Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΣ ΙΣΤΟΧΩΡΟΣ
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Νικόλας Κάλας και ο Νίκος Εγγονόπουλος, οι τρεις
Έλληνες υπερρεαλιστές της περιόδου 1930-1945, σε διάλογο με το μαρξισμό
και την ψυχανάλυση στοχάστηκαν για τα καίρια ζητήματα του καιρού τους: Προσέγγισαν
το γλωσσικό θετικισμό είτε αυτός προερχόταν από τους κόλπους υης δημοτικής
είτε από αυτούς της καθαρεύουσας. Συνέβαλαν στην αναδιάταξη των συστημάτων
σκέψης της εποχής με την εισαγωγή της πρακτικής της αυτόματης γραφής, την
αμφισβήτηση του διαχωρισμού της ζωής από τη λογοτεχνία και την ανάδειξη
του ασυνείδητου ως συστήματος.
Υιοθετώντας ένα πνεύμα διεθνιστικό, συζήτησαν εκ νέου τη θέση της Ελλάδας
εντός της Ευρώπης, παίρνοντας αποστάσεις από το σχήμα της εθνικής συνέχειας
και αναδεικνύοντας τη σημασία της ευρωπαϊκής διαμεσολάβησης. Τέλος, διατύπωσαν
ένα πρωτότυπο σχήμα για τη λογοτεχνική παράδοση και τη λογοτεχνική εξέλιξη
που έρχεται σε αντίθεση με τις βασικές θέσεις του Σεφέρη, του Τσάτσου, του
Δημαρά και του Καραντώνη και πρότειναν ένα διαφορετικό μοντέλο για τη νεοελληνική
λογοτεχνία και τέχνη από αυτό της «γενιάς του τριάντα».
H εκ του παραλλήλου μελέτη της συμβολής των τριών υπερρεαλιστών αναδεικνύει
τη συμβολή τους, η οποία αποσιωπήθηκε από την κριτική σκέψη στις δεκαετίες
του 1930 και 1940 και εξακολουθεί να προκαλεί αντιστάσεις ακόμη και σήμερα.
Περιεχόμενα τεύχους (επιλογή):
Γιώργος Ρωμανός "Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Όνειρο στο κύμα", Εμμανουήλ
Κριαράς "Πώς βλέπει ο Ψυχάρης τον Πάλλη", Γιώργος Παναστασίου "Η ελληνική
γλώσσα στη διαχρονία της", Λαμπρινή Κουφάκη "Ο πολύτροπος Οδυσσέας και η
πολυτροπική Οδύσσεια", Ελένη Μπολιάκη "Ορφισμός και προσπάθεια συμφιλίωσης",
Μπάμπης Παπαδόπουλος "Καβάφης πολιτικός"
[0112]
Ένας από τους κοινούς τόπους του κριτικού λόγου για τον Σεφέρη είναι
η στενή σχέση του με τον αγγλο-σαξονικό μοντερνισμό και ιδιαίτερα τον
Eliot. Στην αρχή κάποιοι μίλησαν για απλή μίμηση. Αργότερα κατηγορήθηκε
για εισαγωγή ξένων προτύπων, ασύμβατων με τους δικούς μας εκφραστικούς
τρόπους. Όλοι πάντως, τόσο οι επικριτές, όσο και οι υπερασπιστές του, θεώρησαν
δεδομένο ότι ο Σεφέρης γνώριζε στην εντέλεια τον αγγλοσαξονικό μοντερνισμό.
Κάτι τέτοιο ισχύει σίγουρα για την ποιητική γραφή του, που είναι υποδειγματικά
μοντερνιστική. Αν όμως διαβάσουμε προσεκτικά τις Δοκιμές και τις αντιπαραβάλουμε
με αντίστοιχα κριτικά κείμενα του Eliot και του Pound, η εικόνα αλλάζει·
διαπιστώνουμε ότι, παρά τις ομοιότητες, ο Σεφέρης κατασκεύασε το δικό του
αισθητικό, θεωρητικό και ιδεολογικό μείγμα, που αποκλίνει σε κάποια καίρια
σημεία από εκείνο των μοντερνιστών, ενώ ταυτόχρονα υστερεί σε ευρύτητα και
βάθος. Επιπλέον διαφέρει και στη στόχευση. Ο Σεφέρης πίστευε στη "φυσική"
γλώσσα του απλού λαού, ο οποίος διατήρησε επίσης το νήμα της ελληνικότητας
από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Απεναντίας οι μοντερνιστές, σαφώς πιο κοσμοπολίτες, απέρριψαν την ομιλούμενη
από όλους γλώσσα για να κατακτήσουν την ακριβολογία και να προσδώσουν
στην ποίηση τη φορμαλιστική συνοχή, το μόνο αντίδοτο, όπως πίστευαν, στο
αγχογόνο χάος της σύγχρονης εποχής.:
Έγραψαν για το βιβλίο: Το Βήμα (15/1/2012)
Στο βιβλίο αυτό έχουν συγκεντρωθεί συνεντεύξεις που έδωσε ο Οδυσσέας
Ελύτης στη διάρκεια μιας πεντηκονταετίας (1942-1992). Μέσω αυτών, ο αναγνώστης
συναντά πολλούς σταθμούς της πρόσφατης ιστορίας της χώρας μας, των καλλιτεχνικών
ρευμάτων στην Ευρώπη, του έργου, βεβαίως, του Οδυσσέα Ελύτη, ξαναβρίσκει
πολλές σταθερές της σκέψης του, αλλά και της συνεπούς στάσης που τήρησε
σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Ο ποιητής, μέσω των συνεντεύξεων, αναπτύσσει πληθώρα θεμάτων, με τον
πιο άμεσο τρόπο, αυτόν του προφορικού λόγου. Ο Ελύτης μιλά γιά την ποίησή
του, για την ελληνική γλώσσα, για τη σημασία της φύσης, για τον ρόλο της
ποίησης στη ζωή, για την Ελλάδα, για την αντίθεσή του προς όλες τις εξουσίες,
καθώς και για ποικίλα άλλα ζητήματα εμπλουτίζοντας με αυτόν τον τρόπο,
την παρακαταθήκη τού λόγου του, πολύτιμη για όλους εμάς.
Η συλλογή αυτή των συνεντεύξεων συμπληρώνεται από ένα ηχητικό ντοκουμέντο
σε μορφή cd. Πρόκειται για τη συνέντευξη Τύπου που δόθηκε στις 19 Οκτωβρίου
1979, την επόμενη της αναγγελίας της βράβευσης του Οδυσσέα Ελύτη με το
Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Το βιβλίο συμπληρώνουν εκατό φωτογραφίες, χειρόγραφα και σχέδια του
ποιητή.
Πρόκειται για ένα ταξίδι μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη στους σημαντικότερους
σταθμούς του εικοστού αιώνα, στα κυρίαρχα καλλιτεχνικά ρεύματα που συνέβαλαν
στη διαμόρφωση της ποιητικής του ταυτότητας. Ένα ταξίδι στη ζωή και
το έργο του με οδηγό τον ίδιο τον ποιητή.
Η περιήγηση στον κόσμο του Οδυσσέα Ελύτη ξεκινά με ένα εκτενές χρονολόγιο
που διατρέχει τον εικοστό αιώνα. Παρουσιάζονται οι σταθμοί στη ζωή και
το έργο του Οδυσσέα Ελύτη παράλληλα με μεγάλα ιστορικά, πολιτικά και
πολιτιστικά γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο. Παρουσιάζονται τα βιβλία
του, η σχέση του με την ελληνική γλώσσα, η ποιητική σύνθεση Το Άξιον
Εστί, η σχέση του και οι αλληλεπιδράσεις του με τα ρεύματα και τους
κορυφαίους δημιουργούς του Δυτικού κόσμου, οι μεταφράσεις των βιβλίων
του σε όλο τον κόσμο. Σε χωριστή ενότητα παρουσιάζονται αποσπάσματα της
κριτικής πάνω στο έργο του Ελύτη από το 1938 έως το 2006. Στη συνέχεια
αποκαλύπτονται –πάντα μέσα από τα λόγια του ποιητή- η σχέση του ποιητή
με τη μουσική και τη ζωγραφική, τα στοιχεία του αξιακού του συστήματος,
και τέλος η δύναμη και η σημασία της ποίησης στη ίδια τη ζωή.
Πήραμε την απόφαση να προχωρήσουμε στη δημιουργία αυτού του βιβλίου
σε μια προσπάθεια να καταγράψουμε ένα δείγμα της τρέχουσας γλωσσολογικής
αναζήτησης από Έλληνες ερευνητές όπως παρουσιάστηκε στα πλαίσια ανακοινώσεων
στις Ετήσιες Ημερίδες Γλωσσολογίας που διοργάνωσε ο Τομέας Γλωσσολογίας
του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων από το 2004 έως και
το 2008, και συνεχίζει να διοργανώνει και σήμερα.
Όπως δηλώνει ο τίτλος, το βιβλίο περιλαμβάνει δώδεκα μελέτες σε
διάφορα γνωστικά αντικείμενα της σύγχρονης γλωσσολογίας. Το βιβλίο καλύπτει
ένα ευρύ φάσμα θεμάτων ανάλυσης της ελληνικής γλώσσας (συγχρονικά και διαχρονικά)
με εφαρμογή των μεθόδων και πορισμάτων της σύγχρονης θεωρητικής και εφαρμοσμένης
γλωσσολογίας.
O Κάλβος κατόρθωσε να ανασυνθέσει στο έργο του τη μακραίωνη
παράδοση της ελληνικής γλώσσας και γραμματείας με τις νεωτερικές προτάσεις
του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, με τις ποιητικές κατακτήσεις του Μπάιρον
και με την ιδεολογική διδασκαλία των Καρμπονάρων. Βίωσε την εμπειρία
της επαναστατικής αδελφότητας σε διάφορες χώρες της ηπείρου και από
το συμβολικό τελετουργικό της άντλησε μεγαλειώδη έμπνευση. Διότι ο Κάλβος
υπήρξε γέννημα της νέας κοινωνίας που δημιούργησε το 1789. Συνέθεσε
άλλωστε και εξέδωσε το έργο του σε τρία από τα κυριότερα επαναστατικά
κέντρα όλης της ηπείρου - Λονδίνο, Γενεύη, Παρίσι.
Η Αθηνά Γεωργαντά προτείνει μια νέα οπτική για την εκ νέου
γνωριμία του μεγάλου Ζακύνθιου, υποστηρίζοντας την ανάγκη για ριζική
αναθεώρηση και αλλαγή προσανατολισμού των καλβικών σπουδών.
Έγραψαν για το βιβλίο: Το Βήμα (9/10/2011),
Ελευθεροτυπία
(28/10/2011)
Η Θεσσαλονίκη είναι η μόνη περιφερειακή πόλη η οποία
στον 20ό αιώνα κατόρθωσε να δημιουργήσει μια λογοτεχνία που όχι
μόνο ήταν διαφορετική από εκείνη του αθηναϊκού κέντρου, αλλά άνοιξε
καινούριους δρόμους στα γράμματά μας· διαμορφώθηκε έτσι ένα
είδος παράδοσης που επηρέασε πολλούς λογοτέχνες, όχι μόνο της Θεσσαλονίκης
αλλά του τόπου γενικότερα, ώστε ορισμένοι μελετητές να μιλούν ακόμα
και για "Σχολή της Θεσσαλονίκης". Η λογοτεχνία αυτή δημιουργήθηκε
από συγγραφείς που υπήρξαν συσπειρωμένοι γύρω από κάποια πολύ
σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά της πόλης κι έχει δύο φάσεις: μία
που ξεκίνησε αρχές της δεκαετίας του 1930 και εισήγαγε τον μοντερνισμό
στα γράμματά μας με το προπολεμικό περιοδικό Μακεδονικές Ημέρες (1932-1938)
και το μεταπολεμικό Κοχλίας (1945-1048)· και μια δεύτερη που
εμφανίζεται στο τέλος της δεκαετίας του 1950 με τα περιοδικά "Διαγώνιος"
(1958-1983) και "Κριτική" (1959-1961, περιοδικό κριτικής θεώρησης
της λογοτεχνίας αυτό) και επανεισήγαγε στη λογοτεχνία της πόλης έναν
ανανεωμένο ρεαλισμό που έχει ως κύριο χαρακτηριστικό του τον χαμηλόφωνο
εξομολογητικό λόγο, βασισμένο πάνω στα προσωπικά βιώματα των συγγραφέων,
ποιητών και πεζογράφων, χωρίς όμως να αγνοεί ό,τι θετικό έχουν συνεισφέρει
τα νεωτερικά κινήματα των αρχών του περασμένου αιώνα.
Ο τόμος αυτός είναι μια κριτική ανθολογία που καλύπτει
το σύνολο των μελετών και κριτικών κειμένων για το έργο και την
προσωπικότητα του ποιητή Άγγελου Σικελιανού. Στα Προλεγόμενα, επιχειρεί
να δώσει μια πλήρη εποπτεία και κριτική αποτίμηση της βιβλιογραφίας,
από το 1909 (έκδοση του Αλαφροΐσκιωτου) έως τις μέρες μας.
Στην Ανθολογία, που ακολουθεί, προσφέρει τα πιο αντιπροσωπευτικά
κείμενα και τις πιο αξιόλογες κριτικές και ερμηνευτικές απόψεις, θετικές
ή αντιρρητικές.
Γράφτηκε ότι ο Σικελιανός είναι ο ποιητής του μέλλοντος.
Και, όπως φαίνεται, το μέλλον για το οποίο μιλούσαν στη δεκαετία
του 1950, είναι ήδη παρόν, καθώς στον αρχόμενο 21ο αιώνα το έργο
του Σικελιανού αποχτά μια συνταρακτική επικαιρότητα. Αν πρέπει λοιπόν
να συνοψίσουμε τις εκτιμήσεις της κριτικής για την επικαιρότητα του
Σικελιανού, θα σημειώναμε ότι ο ποιητής ήταν ο πρώτος που, σε ανύποπτο
χρόνο, αντιμετώπισε θεωρητικά την προοπτική μιας παγκόσμιας κοινωνίας,
αλλά στην κατεύθυνση της αναθεώρησης και όχι της επιβολής του κυρίαρχου
δυτικού μοντέλου. Αναθεώρησης με γνώμονα ένα οικουμενικό πολιτισμικό
πρότυπο που να υπηρετεί κι όχι να αλλοτριώνει τον άνθρωπο, να συνθέτει
και όχι να ισοπεδώνει τις πολιτισμικές παραδόσεις των λαών, να απελευθερώνει
και να εξασφαλίζει κι όχι να υποδουλώνει και να αφανίζει τις πατρίδες
και τους λαούς.
Ο Ερατοσθένης Γ. Καψωμένος είναι ομότιμος καθηγητής του
Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Έγραψαν για το βιβλίο: Η
Αυγή (6/1/2012)
[1111]
Πολλές και ποικίλες είναι οι κριτικές εκτιμήσεις για
το έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Η παρούσα «Εισαγωγή» συνενώνει
κείμενα που εκφράζουν ένα ευρύ φάσμα θεωρητικών, αισθητικών και
ιδεολογικών απόψεων, προκειμένου να αναδειχτούν με τον πληρέστερο
δυνατό τρόπο τα πνευματικά ενδιαφέροντα του πολύτροπου αυτού συγγραφέα.
Τα εν λόγω κριτικά κείμενα καλύπτουν μια περίοδο ενός περίπου αιώνα,
από ένα κριτικό σχόλιο του 1916 μέχρι σήμερα. Το υλικό είναι οργανωμένο
θεματικά, με κεφάλαια αφιερωμένα στην ποίηση του Καζαντζάκη, στο θεατρικό,
ταξιδιωτικό και αυτοβιογραφικό έργο του, αλλά και στα έξι μείζονα μυθιστορήματα
της ωριμότητάς του. Το εισαγωγικό κεφάλαιο επικεντρώνεται σε έργα τα
οποία μπορούν να θεωρηθούν ως προπαρασκευαστικά των όσων ακολούθησαν,
ενώ το τελευταίο παρουσιάζει μια σειρά αντίθετων μεταξύ τους απόψεων
για τις ηθικές, πολιτικές και θρησκευτικές ιδέες που περιλαμβάνει το
έργο του Κρητικού συγγραφέα.
Περισσότερες
πληροφορίες
Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην ιστορική γλωσσολογία
και τη φιλολογία; Αυτό είναι το βασικό ερώτημα που διερευνάται
στο βιβλίο. Ύστερα από μια ιστορική εισαγωγή και ορισμένες διευκρινιστικές
και ορολογικές επισημάνσεις, γίνεται συστηματική πραγμάτευση
επιμέρους ζητημάτων που συγκροτούν την αποκαλούμενη "γλωσσοφιλολογική
προσέγγιση", όπως είναι η ετυμολογία, η κριτική επεξεργασία των κειμένων,
η ποιητική γλώσσα, η μελέτη των διαλέκτων, ενώ αναζητούνται περαιτέρω
σύμμαχοι της ιστορικής γλωσσολογίας στην αρχαιολογία, στη μελέτη
του πολιτισμού, στη σχέση γλώσσας και μύθου· ένα επιπλέον
θέμα που συζητείται είναι η ανάγνωση άγνωστων γραφών ως μια γλωσσοφιλολογική
διαδικασία.
Περισσότερες
Πληροφορίες
Η συγκρότηση της δυτικής μεταφυσικής θεμελιώνεται,
με εντασιακό τρόπο, στους δύο κορυφαίους πυλώνες της αρχαίας
ελληνικής σκέψης, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Το διδάσκαλο
και τον μαθητή, τον μυθικό διαλεκτικό και τον ορθολογικό άξονα της
αφήγησης. Ο καθείς με την οικεία του συγκρότηση και με την αυτόνομη
διαδρομή του. Ο διδάσκαλος δια της Ακαδημίας και ο μαθητής δια του
Λυκείου διαμορφώνουν τις τάσεις εκείνες που σε κάποιο σημείο εμφανίζονται
να ευρίσκονται σε ασυμφιλίωτη αντιπαράθεση. Η ιστορία όμως της φιλοσοφίας
επιτελεί το καθήκον της. Μέσα από προσεκτικές ανιχνεύσεις ανακαλύπτει
τους κοινούς τόπους τους, που δεν είναι άλλοι από την αγωνία τους
για το αληθεύειν. Με την ύστερη φάση της Νεοπλατωνικής Σχολής (Πλούταρχος,
Συριανός, Πρόκλος, Δαμάσκιος, 4ος-6ος αιώνας) καταγράφεται
το όραμα για την κορυφαία συμφιλίωσή τους και μάλιστα όχι στο πλαίσιο
ενός ιστορικού συμβιβασμού. Ο ελληνισμός δεν μπορεί να παραμείνει
διχασμένος. Αναζητεί τις διαλεκτικές συνθέσεις του και τις ανακαλύπτει.
Από το σημείο αυτό και εκείθεν αναλαμβάνει το εργώδες εγχείρημα να
τις εξειδικεύει, δείγματα του οποίου επιχειρεί να παρουσιάσει το
ανά χείρας πόνημα.
Ο θάνατος του Σωκράτη είναι για τους
αιώνες που ακολούθησαν γεγονός με τεράστια σημασία για τον
άνθρωπο και διαμορφώνει ως σήμερα τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε
έννοιες όπως ηρωισμός και υστεροφημία, θρησκεία και οικογενειακή
ζωή, ατομική ελευθερία και κρατική εξουσία, διανόηση και καθημερινή
ζωή. Κι αυτές οι έννοιες αποτελούν τη βάση του δυτικού πολιτισμού.
Λαμβάνοντας υπόψη τις αναφορές συγχρόνων
του (του Αριστοφάνη, του Ξενοφώντα και φυσικά του Πλάτωνα)
η Emily Wilson προσεγγίζει τον θάνατο του φιλοσόφου και
ως ιστορικό γεγονός και ως πεδίο αντιπαράθεσης πολιτισμικών
αξιών.
Εξετάζει με ποιον τρόπο ο θάνατος του
Σωκράτη, και ιδίως η αντίληψη ότι ήταν σε θέσει να τον ελέγξει,
σφράγισε τη ζωή του περισσότερο και από τις πράξεις, τις πεποιθήσεις
ή την προσωπικότητα του.
Μελετά επίσης λογοτεχνικά και φιλοσοφικά
κείμενα, καθώς και έργα τέχνης (των Κικέρωνα, Εράσμου,
Μίλτον, Βολταίρου, Χέγκελ, Μπρεχτ κ.ά.) που με αφορμή τον
θάνατο του Σωκράτη έθεσαν θέματα σχετικά με την εξουσία, την
πολιτική, τη θρησκεία, τον ρόλο του νου και το νόημα της ζωής.]
Έγραψαν για το βιβλίο: Τα Νέα (20-08-2011)
Η μελέτη εξετάζει τον ρόλο που
παίζει η μουσική στην ποιητική θεωρία και την πρακτική
του Γιώργου Σεφέρη: τα στοιχεία εκείνα που αναδεικνύουν την
ποιητική του ως μια ιδιαίτερη και ταυτόχρονα αντιπροσωπευτική
περίπτωση «μοντερνιστικής» «μουσικής ποιητικής».
Χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο εξετάζει τον ρόλο που έπαιζε
το μουσικό περιβάλλον στον τρόπο με τον οποίο ο Σεφέρης αντιλαμβανόταν
τα χαρακτηριστικά και τη λειτουργία του ακροατή της ποίησης και
της μουσικής. Το δεύτερο αναλύει τη σχέση της ποίησης με τη μουσική
όπως παρουσιάζεται σε πεζά του Σεφέρη. Και το τρίτο μέρος μελετά
τον ρόλο που παίζει η μουσική στην ποίηση του Σεφέρη: την ακουστική
εικονοποιία των ποιημάτων του και την μουσική του στίχου του.
Έγραψαν για το βιβλίο: Ελευθεροτυπία
(2/7/2011)
[0811]
Η μελέτη αυτή ανιχνεύει κειμενικά
στοιχεία στις Ιστορίες του Θουκυδίδη, τα οποία οδηγούν
στην ανάδυση μιας άλλης προβληματικής που αφορά στην ανάγνωση
του γίγνεσθαι το οποίο αφηγείται το έργο του πιο διακριβωμένα:
η μελέτη αυτή εστιάζει την προσοχή της στο γίγνεσθαι όταν αυτό
εκφεύγει, ή και διαφεύγει, της αναγωγής του στο καθολικό, στην
αναπαράσταση, στο πλαίσιο της ψευδοδιαλεκτικής καθολικού - συγκεκριμένου,
πρόκειται για το γίγνεσθαι-πόλεμος, για το γίνεσθαι-πόλεμος με
προνομιούχες αναφορές του τον λόγο και τη βία, το οποίο αφήνει, πράγματι,
τη δυνατότητα να αναγνωσθεί ριζικά διαφορετικά και, επομένως,
να αποκατασταθεί ως συνεχές του γίγνεσθαι, ως γίγνεσθαι-continuum.
Η ανάγνωση αυτή επιχειρείται στο πλαίσιο μιας άλλης, καινοφανούς,
διαλεκτικής, πέρα από την ψευδοδιαλεκτική καθολικού – συγκεκριμένου
και τις εκφάνσεις της (πλατωνική, εγενιανή, μαρξι[στι]κή): στο
πλαίσιο της ανακλαστικής διαλεκτικής η οποία λαμβάνει, μέσα στις
Ιστορίες, τη μορφή της ανακλαστικής διαλεκτικής του λόγου και της
βίας, της ανακλαστικής διαλεκτικής όχι των αναπαραστάσεων αλλά των
κρυσταλλώσεων του λόγου και της βίας, το γεγονός, όμως, της εκκάλυψης
της διαλεκτικής αυτής, επιτρέπει, με τη σειρά του, την επαναπόδοση
της υλικότητας, της βαρύτητας, του βάθους και της σωματικότητας
της πρόσληψης του γίγνεσθαι εκ μέρους του υποκειμένου.
Απόσπασμα
του βιβλίου
Έγραψαν για το βιβλίο: Ελευθεροτυπία
(10/12/2011)
Ο παρών συλλογικός τόμος
έχει στόχο την διεξοδική συζήτηση των σύγχρονων ερμηνευτικών
τάσεων στον τομέα της μελέτης της Αττικής Κωμωδίας μέσα
από μια σειρά αυτόνομων θεματικών ενοτήτων. Ειδικοί ερευνητές
φωτίζουν πολλαπλές πτυχές της Αρχαίας, Μέσης και Νέας Κωμωδίας,
καθώς επίσης παρουσιάζουν αναλυτικά τους κυριότερους εκπροσώπους
της αρχαίας ελληνικής κωμωδιογραφίας και προσεγγίζουν ερμηνευτικά
και παραστασιολογικά ένα μεγάλο αριθμό δραματικών έργων.
Όλα τα αρχαία ελληνικά παραθέματα αποδίδονται στην νεοελληνική.
Τα περιεχόμενα
αναλυτικά
Στην ιστορία της νεοελληνικής
λογοτεχνίας η διαμάχη ανάμεσα στον Εμμανουήλ Ροΐδη
και στον Άγγελο Βλάχο το 1877, με αντικείμενο την (ελληνική)
ποίηση και κριτική, έχει καταχωρηθεί ως σημαντικό γεγονός
του φθίνοντος 19ου αιώνα. Με την απήχησή της επηρέασε πολύτροπα
τον πνευματικό χώρο και συνέβαλε σημαντικά στη διαμόρφωση
πρόσφορου κλίματος για τις αναζητήσεις της γενιάς του '80,
η οποία προσπαθούσε τότε να επιβάλει την παρουσία της. [...]
Η διαμάχη Ροΐδη-Βλάχου
θεωρήθηκε (ορθά, όπως θα δούμε) διαμάχη και παρουσιάστηκε
με τις μεταφορές και τις εικονοποιίες πολεμικής σύγκρουσης.
[...] Έχοντας ως κεντρικό πεδίο τα ίδια τα κείμενα, εξετάζεται
στη συνέχεια το περιεχόμενο αυτής της διαμάχης και αποτιμάται
η σημασία της για την ελληνική γραμματεία.
Απόσπασμα
του βιβλίου (προδημοσίευση στην Αυγη, 2/4/11)
Έγραψαν για το βιβλίο: Το Βήμα (17/4/2011)
Το δηκτικό άγγιγμα
της αστείρευτης πένας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
μετατρέπεται σε βασανιστική μέγγενη, ασφυκτική αγχόνη
για το κατεστημένο της σύγχρονής του, νησιώτικης κυρίως
κοινωνίας. Η μεθοδευμένη, καυστική σάτιρα παραμένει μόνιμη
σύμμαχος και πιστή συνοδοιπόρος της γραφής του.
Παράλληλα, η γυναικεία
ύπαρξη, εγκλωβισμένη σ' ένα άκρως ανδροκρατούμενο
περιβάλλον ανακτά τελικά τη θέση που της αξίζει (έστω κα
σε φιλολογικό επίπεδο), διαμέσου μιας αντικειμενικής σκιαγράφησής
της στα κείμενα του διαχρονικού Σκιαθίτη συγγραφέα...
Για κανένα ίσως
Έλληνα λογοτέχνη δεν έχουν γραφεί τόσες πολλές και
αντικρουόμενες γνώμες, δεν έχει χυθεί τόσο πολύ μελάνι
στην Ελλάδα και το εξωτερικό όσο για τον Νίκο Καζαντζάκη.
Tο πολύπλευρο έργο του αλλά και η προσωπικότητα, η ζωή
και οι ιδέες του συνεχίζουν να απασχολούν με αμείωτο ενδιαφέρον
αναγνώστες και μελετητές, προκαλώντας ευρύτατες συζητήσεις
και έντονους προβληματισμούς.
Στο βιβλίο αυτό
Έλληνες και ξένοι ειδικοί μελετητές αλλά και ομότεχνοι
του Καζαντζάκη επιχειρούν να κρίνουν με νηφαλιότητα
όψεις του έργου και της προσωπικότητας του μεγάλου Κρητικού
λογοτέχνη και στοχαστή, να εξετάσουν παραμορφωτικές αναγνώσεις
των κειμένων του, να επισημάνουν παραλείψεις της κριτικής,
που περιορίστηκε κυρίως στη συζήτηση των ιδεών του και όχι
στην καλλιτεχνική αποτίμηση της δημιουργίας του και, τέλος,
να συμβάλουν σε μια όσο πιο αντικειμενική θεώρηση του έργου και
της ζωής του.