Ξύπνησε ο φιλόλογος μέσα μου
Ρίχτηκε στο πέλαγος: Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2009, 12:42
εξοκέλλω: 1. (για πλοίο) ναυαγώ στην ακτή. 2. (μτφ., για πρόσ.) ζω ανήθικη ζωή· παραστρατώ. [λόγ. < αρχ. ἐξοκέλλω]
Συνεπώς: Οι φάλαινες (ή τα καράβια) δεν εξοκείλλουν· ε ξ ο κ έ λ λ ο υ ν (αν και στην νεοελληνική είναι εύχρηστος μόνο ο αόριστος). Μπορούμε να αποφύγουμε το σκόπελο ρωτώντας: “Τι έκανε […]
