Μια φορά κι ένα καιρό η αφεντιά μου και η γυναίκα που -καλώς ή κακώς- σύνδεσε τη ζωή της με τη δικιά μου, κάθε φορά που έπιαναν οι ζέστες του καλοκαιριού, ανοίγαμε το χάρτη της Ελλάδας, διαλέγαμε μία Κυκλάδα (SIC!), ρίχναμε μερικά ρουχαλάκια σε δυο σάκους και παίρναμε το ΚΤΕΛ ή το τρένο για Πειραιά. Μετά από ένα -συνήθως πολύωρο κι όχι άνετο- ταξίδι στο κατάστρωμα ή στην τουριστική θέση, φτάναμε σε κάποιο νησάκι του Αιγαίου όπου, μετά την εγκατάστασή μας σε ταπεινό ενοικιαζόμενο δωμάτιο, ακολουθούσε το εξής αυστηρό πρόγραμμα: ανέμελο μπανάκι στις παραλίες το πρωί, ταβερνάκι το μεσημέρι, ραχάτι το μεσημέρι, καφέ και ποτό το απόγευμα και βράδυ. Ενδιαμέσως επίσκεψη όλων των αξιοθέατων (ιστορικών ή φυσικών) του νησιού και μπόλικη ανάγνωση λογοτεχνίας. Έτσι, ως απλοί ερασταί, ως αρραβωνιασμένοι αλλά κι ως νιόπαντροι, είχαμε την τύχη να περάσουμε τις διακοπές μας εκεί όπου χιλιάδες άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο ονειρεύονται να περάσουν τις δικές τους: Σαντορίνη, Μήλο, Σύρο, Τήνο, Φολέγανδρο…
Κι ύστερα ήρθαν τα παιδιά… Και η αγαπημένη μου πεθερούλα, που κάποτε πρόθυμα κρατούσε το ήσυχο κι υπάκουο αταιριαστόπουλο νούμερο 1, μεγάλωσε και δεν έχει τις αντοχές που είχε κάποτε. Εξάλλου το αταιριαστόπουλο νούμερο 2 μας βγήκε κάθε άλλο παρά ήσυχο αλλά και η πεθερούλα τώρα έχει κι άλλα εγγόνια να κοιτάξει. Αναγκαστικά, λοιπόν, οι διακοπές μας άλλαξαν μορφή. Το νησί έγινε Χαλκιδική, που είναι σε λογική απόσταση. Το ενοικιαζόμενο δωμάτιο έγινε ξενοδοχείο (μάλλον ressort -τρομάρα μας) με ημιδιατροφή ή all inclusive και η ανεμελιά στις διακοπές έγινε μία ωραία ανάμνηση. (Τώρα που το σκέφτομαι, έχουμε να πάμε στις Κυκλάδες από το 2001… Είναι τραγικό που θα έλεγε κι η εθνική πορνοστάρ!).
Ειδικά, φέτος, που αποφασίσαμε να πάμε διακοπές με την κουνιάδα, το σύζυγό της και τα δύο παιδάκια τους υπήρχε ένα ακόμη ζήτημα. Είναι το γεγονός ότι το μικρό αταιριαστόπουλο που από τη φύση του είναι ζωηρό, μαζί με το -κατά τα άλλα ήσυχο- ξαδερφάκι του σχηματίζουν μία ολιγομελή μεν αλλά εξαιρετικά ταραχώδη συμμορία που κάνει τον Ντένις τον Τρομερό να μοιάζει με αγγελούδι.
Φέτος, προορισμός μας ήταν ένα χωριουδάκι στο πρώτο πόδι της Χαλκιδικής και κατάλυμά μας ένα τριών αστέρων ξενοδοχείο με πολύ λογική τιμή για τετράκλινο, τρία γεύματα και απεριόριστη κατανάλωση ποτών και καφέδων.
Φτάνοντας εκεί, αμέσως αντιληφθήκαμε ότι όπως όλα τα πράγματα στη ζωή έχουν μία εξήγηση, έτσι και η πολύ λογική τιμή είχε πολύ λογικές εξηγήσεις. Δεν ξέρω ποιος απονέμει αστέρια στα ξενοδοχεία πάντως αυτό δεν ήταν τριών αστέρων. Ολοφάνερα παλιό και με μεγάλη χρονική απόσταση από την τελευταία ανακαίνιση, έκανε αμέσως να ξινίσουν τα μούτρα της κουνιάδας και του μπατζανάκη, που συνηθισμένοι σε πεντάστερα ξενοδοχεία θα πρέπει να μετάνιωσαν αυτόματα που μας ακολούθησαν φέτος. Έσπευσα να τους θυμίσω ότι πολλοί συμπατριώτες μας δεν θα κάνουν καθόλου διακοπές φέτος, χωρίς μεγάλη επιτυχία.
Οι δυσάρεστες εκπλήξεις συνεχίστηκαν όταν διαπιστώσαμε ότι το δάπεδο του μπάνιου ήταν γεμάτο νερά που συσσωρεύονταν εκεί σταγόνα σταγόνα από το ταβάνι! Ζητήσαμε να αλλάξουμε δωμάτιο και πήγαμε σε ένα σαφώς καλύτερο. Εκεί τα νερά που συσσωρεύονταν στο μπάνιο από τη βρύση που είχε διαρροή ήταν σαφώς λιγότερα! Όσο για την έννοια του τετράκλινου διαπιστώσαμε ότι αυτή ήταν σαφώς ελαστική στο λεξιλόγιο του ξενοδοχείου. Ως τετράκλινο εννοείτο ένα δίκλινο δωμάτιο με την προσθήκη δύο ξεχαρβαλωμένων ράντζων όπου βούλιαζες και το σώμα σου έπαιρνε το σχήμα που θα έπαιρνε αν ξάπλωνες σε αιώρα. Μας τα άλλαξαν κι αυτά και μας πρόσθεσαν ένα ακόμη μονό κρεβάτι κολλητά στο διπλό οπότε ψιλοβολευτήκαμε δύο ενήλικες, ένας έφηβος κι ένα νήπιο σε κρεβάτια για τρεις. Από την άλλη οι κουνιάδα/μπατζανάκης άλλαξαν δωμάτιο λόγω μιας έντονης οσμής μούχλας.
Α, δεν μπορώ να πω, το προσωπικό ήταν πρόθυμο, ευγενικό. Το κακό ήταν ότι για να συνεννοηθείς μαζί τους έπρεπε να γνωρίζεις σλαβομακεδόνικα. Λίγοι εξ αυτών γνώριζαν κάτι λίγα ελληνικά, αγγλικά κανείς. Φυσικό από μία άποψη, αν σκεφτείς ότι το 95% των ενοίκων του ξενοδοχείου προέρχονταν από τη FYROM!
Και το επιστέγασμα της υπόθεσης ήταν το φαγητό, που ακόμη κι από μένα που κάθε άλλο παρά γκουρμέ είμαι, κρίνεται από μέτριο έως κακό, ενώ ο μπουφές παρουσιάζε περιορισμένη ποικιλία. (Αυτό μου θυμίζει το γουντιαλλενικό ανέκδοτο: “-Το φαγητό σ’ αυτό το ξενοδοχείο είναι χάλια. -Ναι. Και οι μερίδες είναι πολύ μικρές!”). Επιπλέον, πληροφορηθήκαμε ότι τα δωρεάν ποτά και καφέδες περιορίζονταν σε ντόπια μπίρα (Zorba Beer, αν έχεις ακουστά), κάποιο αδιευκρίνιστο λευκό κρασί, ούζο Νάουσας και καφέ φίλτρου. Όλα αυτά τα καταπληκτικά μέχρι τις 10 το βράδυ! Μετά το μπαρ έκλεινε.
Εγώ προσπαθούσα να πείσω τους υπόλοιπους ότι δεν είναι και τόσο άσχημα τα πράγματα κι ότι με λίγη καλή διάθεση θα περάσουμε θαυμάσια, όταν ο μπατζανάκης ψιθύρισε δήθεν αδιάφορα:
- Διαπίστωσες ότι δεν έχει Wi-Fi, έτσι;
- Τι;;; Πάμε να φύγουμε αμέσως από αυτό το κωλοξενοδοχείο.
Τελικά το υπέμεινα κι αυτό, αφού αφθονούσαν τα Ιντερνετ καφέ σε απόσταση αναπνοής.
Με αυτά τα δεδομένα, γνωρίζαμε καλά ότι θα περνούσαμε όσο το δυνατόν λιγότερο χρόνο στο ξενοδοχείο και θα κάναμε τακτικές εξορμήσεις στις γύρω περιοχές. Δυστυχώς οι σύντροφοι φορτηγατζήδες μας ανάγκασαν να κινούμαστε σε απόσταση λίγω χιλιομέτρων από το ξενοδοχείο, μέχρι που μάθαμε για ένα βενζινάδικο που γέμισε τις δεξαμενές του στο διπλανό χωριό, στηθήκαμε στην ουρά σαράντα λεπτά και βάλαμε είκοσι ευρώ βενζίνη, ίσα-ίσα για να μας φύγει το άγχος ότι δεν θα έχουμε καύσιμο να γυρίσουμε πίσω…
Κατά τα άλλα, περάσαμε πολύ ωραία!