Μπουκάλια στο πέλαγος

Νόμος είναι το δίκιο το δικό μου

Ρίχτηκε στο πέλαγος: Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010, 00:36

Όταν έγινε ο νόμος για την ποινικοποίηση της χρήσης της κουκούλας, οι επικριτές του ανήκαν κυρίως στον χώρο της Αριστεράς (κι αριστερότερα αυτής) ενώ οι υποστηρικτές του στο χώρο της Δεξιάς (και δεξιότερα αυτής).
Όταν η αστυνομία έκανε συλλήψεις αριστερών/αντιεξουσιαστών με κουκούλα και κοπανούσε στις δικογραφίες ως επιβαρυντικό στοιχείο την κουκούλα, οι αριστεροί ωρύονταν κι αγανακτούσαν.
Τώρα που η αστυνομία συνέλαβε ακροδεξιούς που επιτέθηκαν σε αντιρατσιστική εκδήλωση και μεταξύ άλλων τους κατηγορεί για τα καλυμμένα πρόσωπά τους, είναι η σειρά τους να διαμαρτυρηθούν για την επιβαρυντική αυτή διάταξη του νόμου.
Αλλά κι οι αριστεροί από την άλλη; Γελάνε με την αντίφαση των αντιπάλων τους παρουσιάζοντας κι οι ίδιοι την ίδια ακριβώς αντίφαση. Πανηγυρίζουν που οι ακροδεξιοί έπεσαν στην παγίδα του νόμου που επικροτούσαν και δεν ζητούν την κατάργησή του, αφού τώρα έπιασε όχι αυτούς αλλά τους αντιπάλους τους.

Άλλο παράδειγμα:
Οι αριστεροί μέμφονται/χλευάζουν/επικρίνουν κλπ… το τηλεφώνημα Καρατζαφέρη προς τον Χρυσοχοΐδη με το οποίο του ζήτησε να απελευθερωθεί ο Παπαγεωργίου (μέλος του ΛΑΟΣ), ενώ πριν από λίγο καιρό ήταν οι δεξιοί αυτοί που μέμφονταν/χλεύαζαν/επέκριναν κλπ… το τηλεφώνημα του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Κουράκη προς τον Χρυσοχοΐδη με το οποίο του ζητούσε να απελευθερωθεί ο συλληφθείς σε διαδήλωση γιος του, γεγονός που καταδίκαζαν οι δεξιοί οι οποίοι όμως δεν καταδίκασαν το τηλεφώνημα Καρατζαφέρη που καταδίκασαν οι αριστεροί οι οποίοι όμως δεν καταδίκασαν το τηλεφώνημα Κουράκη…

Και ούτω καθεξής:
Οταν η αστυνομία συλλαμβάνει ακροααριστερούς, κατηγορείται ότι δεν πάει να πιάσει ακροδεξιούς.
Οταν συλλαμβάνει ακροδεξιούς κατηγορείται ότι δεν πάει να πιάσει ακροαριστερούς.

Μπερδευτήκατε λιγάκι; Μην ανησυχείτε καθόλου. Θα σας τα ξεκαθαρίσω εγώ με απλά λόγια.
Στην Ελλάδα ο νόμος είναι καλός όταν μας ευνοεί και ζορίζει τον αντίπαλό μας. Αν, μάλιστα, τον στέλνει στη φυλακή είναι ακόμη καλύτερος. Άριστος! Ο ίδιος νόμος αντιθέτως είναι απαράδεκτος και οφείλουμε να τον καταργήσουμε στην πράξη (στο δρόμο, στα οδοφράγματα, στα μπλόκα) εάν ζορίζει εμάς και κάνει τον αντίπαλό μας ευτυχισμένο.

Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι από την εποχή που κάποιος ονόματι Σωκράτης προτίμησε να εφαρμόσει το νόμο που τον έστελνε στο θάνατο παρά να τον παραβιάσει, έχουν περάσει όχι μόνο αιώνες αλλά χιλιετίες ολόκληρες.

Ή απλώς παλιόρουχα

Ρίχτηκε στο πέλαγος: Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010, 08:43


Κι ενώ ο κόσμος χάνεται, ημείς εδώ χτενιζόμεθα, τουτέστιν ασχολούμεθα για μια ακόμη φορά με τη μοντέρνα τέχνη.

Το τσαλακωμένο, εγκαταλελειμμένο ρούχο ξυπνάει ένα αίσθημα χαμού, απουσίας. Αναγκαστικά ανθρωπόμορφο, δεν μπορεί παρά να φέρει μνήμες κάποιου που δεν είναι πια εκεί, ιστορίες του παρελθόντος, του οποίου παραμένει μοναδικό ίχνος. Σκέψεις που περνούν από το μυαλό του επισκέπτη αυτές τις μέρες στο Grand Palais του Παρισιού, όπου φιλοξενείται -στο πλαίσιο της σειράς Monumenta- η εγκατάσταση του καλλιτέχνη Κριστιάν Μπολτάνσκι.”
Aπό την χθεσινή “Καθημερινή”

Σωστή αυτή η ερμηνεία. Ενδεχομένως, όμως, να φέρει άλλες σκέψεις στο μυαλό. Π.χ. μία παντρεμένη εργαζόμενη με παιδιά μπορεί να δει στο έργο μία απεικόνιση του σισύφειου μαρτυρίου με το οποίο είναι εξυφασμένη η ζωή της, καθώς αναγκάζεται πλειστάκις ημερησίως να συμμαζεύει τα ρούχα που πετάνε δεξιά κι αριστερά ο “ασυμμάζευτος” σύζυγος και τα (φτυστά) παιδιά. Αυτό θα μπορούσαν να συμβολίζουν τα τετράγωνα πεδία με τα πεταμένα φύρδην-μίγδην ρούχα, ενώ το βουνό των ρούχων στο βάθος θα μπορούσε να παραλληλισθεί με τον Γολγοθά τον οποίο ανεβαίνει καθημερινώς η εργαζόμενη σύζυγος και μητέρα που καλείται να σιδερώσει ένα βουνό ρούχων και μέχρι να κάνει το βουνό λοφίσκο αυτό επανέρχεται στις προηγούμενες τεράστιες διαστάσεις του.

Αυτό είναι το ωραίο με τη μοντέρνα τέχνη. Δεν είναι μονοδιάστατη, έχει πολυσημία, είναι ανοικτή σε πολλαπλές αναγνώσεις κι ερμηνείες.

Ευτυχώς όμως στο Παρίσι έχουμε και ανταποκρίτρια.
(Ελένη, μην κάθεσαι! Τρέξε στο Grand Palais. :-) Εγώ κι οι αναγνώστες περιμένουμε εντυπώσεις από κοντά).

Μία απ’ τα ίδια

Ρίχτηκε στο πέλαγος: Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010, 08:16

Πριν από περίπου ένα χρόνο (στις περυσινές κινητοποιήσεις των αγροτών) ο Σταύρος Τζίμας έγραφε στην “Καθημερινή“:

Πρώην περιφερειάρχης και νυν τσιπουροπαραγωγός στη Θεσσαλία. Του τηλεφώνησα παραμονές της κινητοποίησης για «ζύμωση» και μου περιέγραψε με μελανά χρώματα την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι αγρότες. «Να φανταστείς ότι έχει μειωθεί δραματικά η κατανάλωση τσίπουρου και ξέρεις τι είναι το τσίπουρο για τους Θεσσαλούς».
Δοκιμάζονται λοιπόν τα φημισμένα τσιπουράδικα του Βόλου, της Λάρισας και της Καρδίτσας. Το «βάλσαμο» του κάμπου ακολουθεί και αυτό τη μοίρα των καταναλωτών του. Το σνόμπαραν οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι όταν παλαιότερα οι τσέπες τους γέμισαν με χρήματα από τις επιδοτήσεις, αντικαθιστώντας το στα ποτήρια με σκοτσέζικο ουίσκι, δεν μπορούν να το πιουν τώρα λόγω ανέχειας. Αλλάξαν οι καιροί. Στη δεκαετία του ’80 έκανε θραύση το περίφημο «αγροτικό», όπως αποκαλούσαν οι ίδιοι το ουίσκι και το κατέβαζαν στο καφενείο του χωριού, στο χωράφι και τη στάνη με άνεση. Ηταν η εποχή που τα «κορόιδα» οι Ευρωπαίοι πλήρωναν για ριζικές αναδιαρθρώσεις στις καλλιέργειες, εκσυγχρονισμό στη διαδικασία παραγωγής, δημιουργία υποδομών κ.λπ. ώστε η ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία να περάσουν με τους λιγότερους κλυδωνισμούς στη νέα εποχή.
Το ξέρουμε όλοι ότι το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων αντί να επενδυθεί κατέληγε να γίνει προίκα στο κορίτσι, πολυτελή Ι.Χ. και τρακτέρ-θηρία για αγροτικές εκμεταλλεύσεις-νάνους, διαμερίσματα στις μεγαλουπόλεις κ.λπ.
Η τότε πολιτική ηγεσία αντί να μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας στους αγρότες, για το πώς πρέπει να διαχειριστούν τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και να ασκήσει αυστηρό έλεγχο, τους χάιδευε τ’ αυτά.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου αύξανε τη δημοφιλία του και κέρδιζε τις εκλογικές μάχες τη μία μετά την άλλη χάρη στις «περήφανες μάχες» που έδινε στις Βρυξέλλες «για την αγροτιά». Η αντιπολιτευόμενη Νέα Δημοκρατία περηφανευόταν για το ότι εκείνη έβαλε την Ελλάδα στην ΕΟΚ, αξιώνοντας περίπου από τους αγρότες να την ευγνωμονούν για το ότι έτρωγαν με «χρυσά κουτάλια». Και τα κόμματα της Αριστεράς, έλεγαν «φέρτε κι άλλα, ιμπεριαλιστές».
Οταν οι Ευρωπαίοι αγρίεψαν και έθεσαν ημερομηνία λήξης στις επιδοτήσεις, ο κάμπος, τα βουνά, αλλά και η πολιτική εξουσία κατακυριεύθηκαν από άγχος και αγωνία.
Διαπιστώνουν τώρα ότι χάθηκε πολύτιμος χρόνος και χρήμα. Συνειδητοποιούν ότι ο εκσυγχρονισμός της παραγωγής έμεινε πίσω, με αποτέλεσμα να ανεβαίνει το κόστος της και σε συνδυασμό με τη γενικότερη κρίση να κατρακυλάει το εισόδημα των αγροτών.
Ολοι τώρα αναθεματίζουν τα λάθη του παρελθόντος, αλλά ουδείς τολμάει να πει τα πράγματα με το όνομά τους για το δέον γενέσθαι. Μέχρι να γίνει αυτό, κάθε χρόνο θα έχουμε τα ίδια στις εθνικές οδούς και το «εθνικό» ποτό του κάμπου θα κινδυνεύει να καταστεί είδος πολυτελείας για τους φανατικούς καταναλωτές του.

Τέτοια κείμενα έχουν γραφτεί και γράφονται πάρα πολλά. Όμως οι αγρότες δεν έχουν καταλάβει ακόμη ούτε τα λάθη που έκαναν ούτε τα παιχνίδια που παίχτηκαν στην πλάτη τους ούτε ότι σύντομα τελειώνουν τα ψέματα (το 2013 σταματούν οι επιδοτήσεις). Εξακολουθούν να συμπεριφέρονται σαν τα κακομαθημένα παιδιά του κοινωνικού συνόλου. Εξακολουθούν κάθε χρόνο (χωρίς εξαίρεση) την ίδια πάντα περίοδο (χειμώνα που κάθονται κι όχι άνοιξη που έχουν δουλειά) να κλείνουν την εθνική οδό (ποτέ με κάποια άλλη διαμαρτυρία) και να παριστάνουν ότι κάνουν αγώνα (ενώ τη νύχτα που σταματούν τα ‘ζωντανά’ αποσύρονται στα χωριά τους).
Μία και μόνη φορά που η πολιτεία τόλμησε να αντιδράσει δυναμικά μας την αναφέρουν ξανά και ξανά σαν μία μελανή σελίδα της σύγχρονης ιστορίας. Πόσες φορές ακούσατε για τα περίφημα “ξεφούσκωτα λάστιχα”. Ήταν η πρώτη φορά που μία κυβέρνηση επενέβη για να προστατέψει το κοινωνικό σύνολο. Εννοείται, ότι καμία κυβέρνηση έκτοτε δεν τόλμησε να κάνει κάποια ανάλογη κίνηση, με την οποία πάντως τότε άνοιξε ο δρόμος στο άψε-σβήσε.
Ειδικά φέτος που η Ελλάδα έχει κοπεί στα δύο από τις κατολισθήσεις, που είναι μία ολόκληρη περιπέτεια να πας ακόμη κι από τη Λάρισα στη Θεσσαλονίκη, περίμενα ότι θα δείξουν τον ελάχιστο σεβασμό που οφείλουμε όλοι μας στο συμπολίτη μας ειδικά τον ταλαιπωρημένο. Αλλά αυτοί έχουν δείξει επανειλημμένως πού τους έχουν γραμμένους τους συμπολίτες τους.

Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Ευρωπαίε, Ευρωπαίε

Ρίχτηκε στο πέλαγος: Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010, 14:39

Λίγες μέρες μετά την 28η Οκτωβρίου είδα την πρώτη βιτρίνα στολισμένη με χριστουγεννιάτικα!
Σήμερα έλαβα φυλλάδιο σούπερ-μάρκετ που διαφημίζει αποκριάτικες στολές!
Οι Ευρωπαίοι έχουν σκυλιάσει να νοικοκυρευτούμε κι εμείς όλο το χρόνο ή γιορτάζουμε ή προετοιμαζόμαστε για γιορτή.
Εν τω μεταξύ, εκείνοι οι κακόμοιροι υπάλληλοι της Ε.Ε. που έρχονται εδώ και προσπαθούν να βγάλουν άκρη με τα (κακομαγειρεμένα) τεφτέρια μας καλό θα ήταν να μην περάσουν από την πλατεία Ταχυδρομείου στη Λάρισα στις 12 το μεσημέρι, που είναι αδιάβατη από τον κόσμο που πίνει καφέ. Καλό επίσης θα ήταν να μην μάθουν πόσες Πόρσε Καγιέν πουλιούνται στην Ελλάδα ούτε πόσο κατά κεφαλήν ουΐσκι καταναλώνεται.
Θα στεναχωρηθούν πάρα πολύ που δεν γεννήθηκαν στη γη των θαυμάτων.

Απόδειξη ρε, τι σου ζητάνε;

Ρίχτηκε στο πέλαγος: Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2010, 20:03

Δεν μπορώ να καταλάβω όλη αυτή τη φασαρία που προέκυψε με τις αποδείξεις. Είναι τόσο σημαντικό θέμα που να συντηρείται στην επικαιρότητα τόσο καιρό και να ξεσηκώνει τόση συζήτηση στα τηλεπαράθυρα;
Παίρνεις την απόδειξη, τη χώνεις στην τσεπούλα σου κι όταν πας στο σπιτάκι σου την πετάς σε ένα συρτάρι. Μία φορά το χρόνο, αφιερώνεις μία ώρα από τη ζωή σου και τις καταγράφεις σ’ ένα έντυπο. Πού είναι το φοβερό και τρομερό; Ακόμη κι αν δεν μετρούσε καμία απόδειξη, το ίδιο θα έπρεπε να κάνουμε.
Καλά, ο ταξιτζής, ο βενζινάς κι ο οπωροπώλης της λαϊκής έχουν συμφέρον να μην δίνουν αποδείξεις και αντιδρούν. Οι υπόλοιποι που πρέπει να τις μαζέψουμε, γιατί κάνουμε τέτοια μούτρα;
Συνέχεια γκρινιάζουμε ότι είμαστε Ουγκάντα, Ζιμπάμπουε, Μπουρκίνα Φάσο και δεν ξέρω γω τι άλλο εξωτικό… Όταν, όμως, μας ζητούν να κάνουμε μισό βηματάκι που θα μας φέρει λίγο πιο κοντά στην Ευρώπη, αναφωνούμε “πού να τρέχουμε τώρα”. Και βρίζουμε το κράτος γενικώς…

Λογοτεχνική κριτική

Ρίχτηκε στο πέλαγος: Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010, 21:24

Διαβάζοντας τον “Τροπικό του Καρκίνου” του Χένρι Μίλερ (ε, ναι, είπα να το ρίξω λίγο στην κλασική λογοτεχνία) φτάνω στην σελίδα 11 απ’ όπου παραθέτω:

Ω Τάνια, πού είναι το φλεγόμενο αιδοίο σου, κείνες οι χοντρές βαριές ζαρτιέρες σου, εκείνα τα απαλά, τα παχουλά μεριά σου; Έχω ένα κόκαλο στο πέος μου μακρύ έξη ίντσες. Θα μπορούσα να ισιώσω μ’ αυτό όλες τις ζάρες του αιδοίου σου και να τις γεμίσω σπέρμα. Θα σ’ έστελνα σπίτι στον Σιλβέστρο σου με την κοιλιά καθημαγμένη και τη μήτρα αναποδογυρισμένη. Ο Σιλβέστρος σου! Πφ! Μπορεί να ξέρει πώς ν’ ανάψει μια φωτιά, μα εγώ ξέρω πώς να ξανάψω ένα αιδοίο. Θα σου φύτευα ζεστές σφαίρες Τάνια και θα πυρπολούσα τις ωοθήκες σου. Ο Σιλβέστρος σου έχει αρχίσει να ζηλεύει ε; Κάτι καταλαβαίνει. Κάτι μυρίζεται. Έτσι δεν είναι; Αισθάνεται τα κατάλοιπα τους πέους μου μέσα σου. Έχω φαρδύνει κάμποσο το πράμα σου. Του ‘χω σιδερώσει τις πιέτες. Μετά από μένα μπορεί να χωρέσει άλογα, ταύρους, κριάρια, κύκνους, σκύλους του Αγίου Βαρθολομαίου. Μπορείς να σωριάσεις μέσα του βατράχους, σαύρες, νυχτερίδες, μέχρι που να ξεχειλίσει ο πισινός σου. Μπορείς πια να χέσεις, αν θες, ολόκληρες συμφωνίες πραγμάτων ή να κρεμάσεις μια κιθάρα απ’ τον αφαλό σου. Σε πηδώ, Τάνια, με τέτιο τρόπο που να μείνεις πηδημένη για πάντα. Κι αν φοβάσαι να το κάνεις δημόσια, θα στο κάνω στα κρυφά. Θα ξεκολλήσω μία φούχτα τρίχες απ’ το αιδοίο σου και θα τις κολλήσω στο σαγόνι του Μπόρις, θα σου δαγκάσω την κλειτορίδα και θα φτύσω κέρματα των δύο φράγκων.

Όσο κι αν σέβομαι τις αράδες (ή σελίδες) που κατέκτησε ο συγγραφεύς στην Ιστορία της λογοτεχνίας, δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι τέτοια γραπτά μπορούν να γεννηθούν μόνο μετά από την κατανάλωση δύο τελάρων ληγμένης μαλαματίνας ή πεντέξι μπάφων με μπαγιάτικο μαύρο Ηλείας.

Ταινίες υπό δύσκολες συνθήκες

Ρίχτηκε στο πέλαγος: Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010, 10:13

Ταινίες που παρακολούθησα κάτω από όχι ευνοϊκές συνθήκες:

«Το τελευταίο ταγκό στο Παρίσι» του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι
Ήμουν εκεί γύρω στα δεκαεπτά όταν ετοιμαζόμουν να πάω να δω την εν λόγω ταινία. Οι φίλοι μου με ρώτησαν, έτοιμοι για πειράγματα, ποια κουλτουριάρικη ταινία θα πήγαινα πάλι να δω! Αντί να τους πω τον τίτλο που δεν θα τους έλεγε τίποτα και θα τους φαινόταν ιδιαίτερα απωθητικός, έκανα το λάθος να τους απαντήσω «σε μία ερωτική». Μεταφράζοντας αυτομάτως το «ερωτική» σε «τσόντα»προθυμοποιήθηκαν να έρθουν κι αυτοί, νομίζοντας μάλιστα ότι μου κάνουν και χάρη. Εγώ πήγα να τους εξηγήσω κάτι περί Μπερτολούτσι αλλά αυτοί ήταν αποφασισμένοι.
Αν εξαιρέσει κανείς την περίφημη (σιγά πια!) σκηνή με το βούτυρο, στην υπόλοιπη ταινία χασμουριόταν, αναρωτιόντουσαν πώς την πάτησαν έτσι, έριχναν τα βάρη σε μένα και ρωτούσαν αν τουλάχιστον έχει περισσότερη τσόντα παρακάτω.
Ειδικά στην κορύφωση της ταινίας κατέστρεψαν όλη την ατμόσφαιρα στην οποία μόλις και μετά βίας κατάφερα να εισέλθω. Ο Μπράντο κυνηγάει τη Σνάιντερ, λίγο πριν πέσει νεκρός, παρακαλώντας την να μην χωρίσουν, ενώ εκείνη ανεβαίνει τη σκάλα μιας παλιάς πολυκατοικίας φωνάζοντας ότι όλα τέλειωσαν: «σε φινί, σε φινί, σε φινί». Τότε ένας από τους φίλους μου, που είχαν βαρεθεί όσο δεν πήγαινε άλλο, φώναξε: «Άντε γαμώτο. Φινί ακούμε και φινί δεν βλέπουμε!».

«Ο θάνατος ενός Ναπολιτάνου μαθηματικού» του Μάριο Μαρτόνε
Αρχές δεκαετίας του ενενήντα. Φοιτητής στη Θεσσαλονίκη. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης μόλις έχει γίνει διεθνές προσπαθώντας να αφήσει πίσω του τη μιζέρια και την εσωστρέφεια της δεκαετίας του 80. Εγώ, ενθουσιασμένος με τη νέα προσπάθεια, έχω βγάλει κάρτα απεριορίστων προβολών και μπαινοβγαίνω όλη τη βδομάδα στις αίθουσες για να δω ταινίες που δεν πρόκειται ποτέ να δω στις κανονικές προβολές. Μία από τις ταινίες που μου φαίνεται ενδιαφέρουσα είναι «Ο θάνατος ενός μαθηματικού» κάποιου Ιταλού. Μέγα σφάλμα. Από την αρχή βλέπουμε ένα μαθηματικό να αυτοκτονεί και ακολούθως παρακολουθούμε τις τελευταίες μέρες του, όπου δεν γίνεται τίποτα απολύτως: απλά ο μαθηματικός περιφέρεται, πάει από εδώ, πάει από εκεί και τίποτα άλλο… Βαρέθηκα του θανατά από την πρώτη μισή ώρα. Η υπόλοιπη μιάμιση ώρα ήταν μαρτύριο, που υπέμεινα μόνο και μόνο γιατί δεν έχω φύγει ποτέ από ταινία πριν από το τέλος. Στο τέλος, κατέληξα να θεωρήσω την αυτοκτονία απολύτως δικαιολογημένη, αφού ζούσε μία τόσο ανιαρή ζωή.
«Και μετά λένε ότι είναι βαρετός ο Αγγελόπουλος» σκέφτηκα, όταν άναψαν τα φώτα της λύτρωσης. Τότε γυρνάω δίπλα μου και βλέπω τον Θόδωρο Αγγελόπουλο αυτοπροσώπως, που είχε καθήσει δύο λεπτά μετά την έναρξη της ταινίας. Γυρνάει στη γυναίκα του, που καθόταν παραδίπλα και της λέει κάτι. Ανάμεσα στα λόγια του ξεχώρισα τη λέξη «υπέροχη».

«The Doors» του Όλιβερ Στόουν
Οι Doors ήταν και είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου συγκροτήματα. Όταν βγήκε στις αίθουσες η ταινία «The Doors» του Όλιβερ Στόουν, πήγα αμέσως να τη δω. Λίγα λεπτά μετά την έναρξη της ταινίας, μπήκαν στην αίθουσα μία παρέα νεαρών με πέτσινα, μαλλί χαίτη, φαβορίτες και μπότες (ήταν το στιλ ροκαμπίλι τότε στη μόδα). Ο ένας από αυτούς αποδείχθηκε ιδιαίτερα φασαριόζος. Κάθε τρεις και λίγο φώναζε προς τον Τζιμ Μόρισον στην οθόνη (δηλαδή προς τον Βαλ Κίλμερ που τον υποδυόταν): «Είσαι θεός, ρε! Είσαι θεός!». Όταν έπαιζαν κάποιο τραγούδι εκστασιαζόταν: «Δωσ’ τα μεγάλε». Και απευθυνόμενος στους άλλους θεατές της αίθουσας φώναζε: «Ακούτε τραγούδια ρε φλώρια. Αυτά είναι τραγούδια, όχι Τζέισον Ντόνοβαν και μαλακίες». Μάταια κάποιοι φώναζαν: «Αν σκάσεις, θα ακούσουμε» και «βούλωσέ το να μάθουμε». Το κακό, όπως είπα, ήταν ότι μπήκε στην αίθουσα λίγο μετά την έναρξη της ταινίας. Έτσι έχασε την αρχική σκηνή, όπου ο μικρός Τζιμ Μόρισον παρακολούθησε ένα τροχαίο ατύχημα με Ινδιάνους, που στοίχειωσαν –υποτίθεται– τη ζωή του έκτοτε. Έτσι κάθε φορά που εμφανιζόταν το φάντασμα του γέρου Ινδιάνου, ο τύπος αναρωτιόταν φωναχτά: «Ποιος είναι αυτός ρε παιδιά;», «Έι, ποιος είναι ο Ινδιάνος;», «Ρεεεειιιι, μιλάτε ρεεειιι, ποιος είναι αυτός;». Κάποιοι φώναζαν χλευαστικά «Ο παππούς του». Και τι να του πουν άλλωστε; «Η εικόνα ενός γέρου Ινδιάνου που ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα που παρακολούθησε όταν ήταν μικρός, με αποτέλεσμα να στοιχειώσει τα όνειρά του»;
Ποτέ δεν κατάλαβα αν αυτός ο τύπος έφταιγε που δεν μου άρεσε η ταινία ή αν έφταιγε η ίδια η ταινία.

«Και οι τέσσερις ήταν φίλοι της» του Άρθρου Πεν
Πάλι αρχές δεκαετίας του 90 στη Θεσσαλονίκη. Εγώ κι ένας φίλος μου έχουμε κανονίσει να πάμε στις μεταμεσονύκτιες προβολές στον Έσπερο στη Σβώλου. Εγώ έχω προετοιμαστεί κατάλληλα. Κοιμήθηκα αρκετά, ξύπνησα κατά τις 8 το απόγευμα, ήπια κι ένα δυνατό καφέ. Ο φίλος μου όμως ήταν άυπνος από νωρίς το πρωί. Όταν η προβολή ματαιώθηκε για τεχνικούς λόγους, ο φίλος μου βρήκε την ευκαιρία να με καληνυχτίσει βιαστικά και να την κάνει για το κρεβατάκι του. Εγώ επειδή ήξερα ότι δεν πρόκειται να με πάρει ο ύπνος, αποφάσισα να πάω στον άλλο κινηματογράφο που έπαιζε τότε μεταμεσονύκτιες, το Ριβολί, στη Διαγώνιο. Είναι γνωστό ότι οι μεταμεσονύκτιες προβολές γίνονταν όχι τόσο για την ταινία όσο για το χαβαλέ. Εδώ, όμως, οι θεατές το είχαν παρακάνει. Η ταινία -άγνωστη ως τότε σε μένα και από τις λιγότερο γνωστές ταινίες του Πεν- είναι ένα μικρό διαμάντι. Πρόκειται για ένα χρονικό της πορείας της Αμερικής μετά το 1960, μέσα από την πορεία μιας παρέας συμμαθητών και στην ουσία η αφήγηση της απώλειας της αθωότητας μιας παρέας παράλληλα με την απώλεια της αθωότητας μιας ολόκληρης χώρας. Οπωσδήποτε μία ταινία που δεν προσφέρεται στο χαβαλέ. Ειδικά ένας από τους τύπους πετούσε διάφορες κρυάδες με τις οποίες δεν γελούσε κανείς. Ευτυχώς κάποτε αναρωτήθηκε φωναχτά “ρε παιδιά, πότε έμεινε έγκυος αυτή;”, κάποιος του απάντησε “όταν κοιμόσουν”, όλη η αίθουσα ξέσπασε σε γέλια και σε χειροκροτήματα και ο εξυπνάκιας δεν ξαναμίλησε.

«Η διπλή ζωή της Βερονίκ» του Κριστόφ Κισλόφσκι
Νωρίς το απόγευμα κάποιας Πρωτοχρονιάς βρέθηκα να κόβω βόλτες άσκοπα στην πόλη. Oι Λαρισαίοι, προφανώς αποκαμωμένοι από το ξενύχτι του ρεβεγιόν και το πλούσιο πρωτοχρονιάτικο γεύμα απολάμβαναν τον υπνάκο τους ή το καφεδάκι τους. Στεκόμενος μπροστά στη μαρκίζα ενός κινηματογράφου, είδα φωτογραφίες από την τελευταία ταινία του Κισλόφσκι, που όλες οι κριτικές χαρακτήριζαν “αριστουργηματική”. Αποφάσισα να περάσω μέσα. Στην αίθουσα δεν υπήρχε κανείς για να διακόψει την απρόσκοπτη παρακολούθηση της ταινίας. Ήμουν ολομόναχος σε όλη τη διάρκεια της προβολής. Αυτό που με ενόχλησε σε σημείο να μ’ εμποδίζει να αντιληφθώ την αριστουργηματικότητα (sic) της ταινίας, ήταν η σκέψη μήπως δεν ήμουν τελείως φυσιολογικός αφού μία τέτοια «χρονιάρα μέρα» διάλεξα, εγώ μόνο, να την περάσω ολομόναχος μέσα σε μία αίθουσα κινηματογράφου.

Μία εργασία για τη μικρασιατική καταστροφή

Ρίχτηκε στο πέλαγος: Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009, 00:43

Ντρέπομαι που το λέω καμιά φορά, αλλά αποφοίτησα από το πανεπιστήμιο χωρίς να έχω γράψει ούτε μία εργασία. Το φταίξιμο δεν είναι τελείως δικό μου. Σε κανένα μάθημα δεν υπήρχε υποχρεωτική εργασία και εγώ συνήθως χρωστούσα αρκετά μαθήματα για να αναλάβω προαιρετικά μία τέτοια υποχρέωση. Το περίεργο όμως είναι ότι μου έλαχε να κάνω τη μοναδική μου εργασία λίγους μήνες μετά την αποφοίτησή μου, ως στρατιώτης σε μία παραμεθόρια μονάδα στον Έβρο.

Παρουσιάστηκα στη μονάδα στο Διδυμότειχο, ένα κρύο πρωινό του Σεπτέμβρη του 1995, μετά από ένα εξαντλητικό ταξίδι με το τρένο που κράτησε από το απόγευμα της προηγούμενης μέρας. Μαζί μου ήταν κι άλλοι τρεις, γνωστοί από τη βασική εκπαίδευση στην Αυλώνα. Ο αλφαμίτης που μας υποδέχθηκε μας εξέφρασε τα συλλυπητήριά του για τη σκληρή μοίρα που μας έριξε σ’ αυτή τη μονάδα εξατμίζοντας κατευθείαν κάθε σταγόνα αισιοδοξίας που είχε μείνει μέσα μας. Τουλάχιστον την πρώτη μέρα πέσαμε σε μία μέρα ολοήμερης εκπαίδευσης και το στρατόπεδο ήταν σχεδόν έρημο. Έτσι την περάσαμε κοπροσκυλιάζοντας. Κατά το βραδάκι, επέστρεψε ο κόσμος στο στρατόπεδο και μας έστειλαν στο διοικητήριο να παρουσιαστούμε. Ενώ περιμέναμε έξω από το γραφείο του διοικητή, ένας παλιός φαντάρος, γραφέας του 3ου γραφείου, έμαθε ότι ξέρω κομπιούτερ και τυφλό σύστημα δακτυλογράφησης και σχεδόν με οδήγησε δια της βίας στον ίλαρχο που ήταν προϊστάμενος του 3ου γραφείου. Είχε βρει επιτέλους την “απαλλαγή” του, αυτόν που θα τον διαδέχονταν όταν αυτός θα απολυόταν, αλλά -το σημαντικότερο- και αυτόν που θα επωμιζόταν τα περισσότερα καθήκοντα του γραφείου ενώ αυτός θα μπορούσε, όπως κάθε παλιός που σέβεται τον εαυτό του, να περιφέρεται με τα χέρια στις τσέπες και να σαχλαμαρίζει μετρώντας τις μέρες μέχρι να απολυθεί.
Την άλλη μέρα το πρωί ήμουν επίσημα γραφέας του 3ου γραφείου. Ο ίλαρχος με συμπάθησε αμέσως γιατί έγραφα ταχύτατα και ορθογραφημένα. Όπως μου εκμυστηρεύτηκε, ο παλιός γραφέας στοίχιζε πολύ… χαρτί και μελάνι στην υπηρεσία. Για κάθε μία σελίδα έπρεπε να τυπώνουν και να πετάνε τέσσερις. Μόνο μία φορά δυσφόρησε μαζί μου, όταν πήρα την πρωτοβουλία και σε ένα έγγραφό του διόρθωσα το “σας γνωρίζουμε ότι…” και το έκανα “σας γνωστοποιούμε ότι…”.
- Το “σας γνωρίζουμε” χρησιμοποιείται έτσι, όχι μόνο στο στρατό, αλλά σε ολόκληρο το δημόσιο. Δεν θα μας αλλάξεις εσύ τον καθιερωμένο τρόπο αλληλογραφίας.
Ακόμη και σήμερα τον θυμάμαι, κάθε φορά που στη δουλειά γράφω σε κάποιο έγγραφο “σας γνωρίζουμε ότι…”.

Την πρώτη κιόλας μέρα στο γραφείο, μπήκε έξω φρενών ο ίλαρχος του διπλανού (4ου) γραφείου κουνώντας ένα έγγραφο.
Ήταν κλασικό δείγμα Πόντιου. Εκτός από επίθετο σε -ίδης, διέθετε μικρό ανάστημα, γεμάτο σώμα και μεγάλο, ολοστρόγγυλο κεφάλι, το οποίο εκείνη τη στιγμή είχε γίνει κατακόκκινο από το θυμό.
- Ρε μαλάκα, το πιστεύεις; είπε στον ίλαρχο του γραφείου μου. Με έβαλαν να εκφωνήσω ομιλία!
Μία φορά το μήνα κάποιος αξιωματικός αναλάμβανε να εκφωνήσει μία ομιλία (στρατιωτικού ή γενικότερου ενδιαφέροντος) σε συγκεντρώσεις όπου συμμετείχαν υποχρεωτικά όλοι οι αξιωματικοί της Φρουράς Διδυμοτείχου.
- Ε, καλά πώς κάνεις έτσι, του απάντησε ο προϊστάμενός μου.
Και δείχνοντάς του τη βιβλιοθήκη με τους στρατιωτικούς κανονισμούς πίσω του πρόσθεσε:
- Θα πάρεις από εδώ ό,τι θέλεις και…
- Μα δεν μου έδωσαν στρατιωτικό θέμα. Μου έδωσαν ιστορικό θέμα!
Και σηκώνοντας το χαρτί μπροστά στα μάτια του διάβασε το θέμα της ομιλίας που έπρεπε να εκφωνήσει:
- “Τα αίτια και οι συνέπειες της μικρασιατικής καταστροφής”.
Τότε μόνο ο προϊστάμενός μου δήλωσε ότι όντως αυτό που του έκαναν ήταν χοντρό. Ο άλλος ίλαρχος, άρχισε να ξεστομίζει άλλη μία σειρά από βρισιές, όταν γύρισε το κεφάλι του και το βλέμμα του κόλλησε πάνω μου επίμονα.
- Τι είπαμε ότι τέλειωσες εσύ;
Εγώ πετάχτηκα όρθιος.
- Διατάξτε; ψέλλισα.
- Τι σπούδασες ρε;
- Φιλολογία, είπα με μία υποψία ανησυχίας που αμέσως επιβεβαιώθηκε.
- Τέλεια! Ο Θεός σε έστειλε!
Αμέσως με άρπαξε από το μανίκι και με τράβηξε έξω από το γραφείο.
- Βασίλη, ο νεαρός από δω αποσπάται για δεκαπέντε μέρες στο γραφείο μου.
Ο ίλαρχος του 3ου γραφείου πετάχτηκε όρθιος.
- Πού τον πας; Εδώ πνιγόμαστε! Ξέρεις τι τράβηξα για να βρω γραφέα; Αυτή η σειρά είναι όλοι αμόρφωτοι.
- Δεν θα στον φάω ρε μαλάκα! Έχω γραφέα. Θα μου κάνει την εργασία και σε δεκαπέντε μέρες θα είναι πίσω.
Στο επόμενο λεπτό με είχε καθήσει στο γραφείο του και αυτός έκοβε βόλτες πάνω κάτω καταστρώνοντας σχέδια.
- Πρέπει να κινηθούμε γρήγορα. Η ομιλία είναι σε δύο μήνες. Όμως, σε ένα μήνα πρέπει να τη δει ο στρατηγός, να κάνουμε τυχόν διορθώσεις, να την ξαναδεί. Μετά θα πρέπει να ετοιμάσουμε διαφάνειες, καμιά φωτογραφία ίσως, κανά σχεδιάγραμμα με τις κινήσεις του στρατού, προέλαση, υποχώρηση, τέτοια. Ίσως να κάνουμε και καμιά πρόβα. Μη νομίζεις ότι έχουμε χρόνο. Εσύ τι θα χρειαστείς;
- Τι θα χρειαστώ; Βιβλιογραφία! Δηλαδή όχι απλά βιβλιογραφία, αλλά τα βιβλία της βιβλιογραφίας.
- Στις δυόμιση να είσαι έτοιμος. Θα πάμε στη βιβλιοθήκη του Διδυμοτείχου. Είναι αρκετά καλή βιβλιοθήκη.
- Την επισκέπτεστε τακτικά; μου ξέφυγε η ολίγον ειρωνική ερώτηση.
- Όχι εγώ ρε μαλάκα! Οι κόρες μου, όταν έχουν εργασία για το σχολείο. Μετά το φαγητό να πας να ντυθείς και στις δυόμιση να είσαι έτοιμος.
- Να βάλω στολή εξόδου;
- Μην είσαι ψάρακας! Πολιτικά θα βάλεις.
Εγώ ήμουν πάλι διστακτικός.
- Ξέρετε…
- Τι είναι πάλι;
- Η έξοδος είναι στις επτά το απόγευμα. Εγώ πώς θα φύγω από το μεσημέρι;
Ο ίλαρχος ξεφύσηξε και μουρμουρίζοντας κάτι σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου.
- Σε ποια ίλη σε έβαλαν;
- Στη δεύτερη.
Σχημάτισε ένα νούμερο.
- Έλα ο επιλοχίας είσαι; Εδώ ίλαρχος …-ίδης. Βγάλε ένα εξοδόχαρτο για τον στρατιώτη Αταίριαστο με ώρα εξόδου 14.30. Ναι, είναι αυτός που παρουσιάστηκε χθες. Ναι, στις δύο και μισή είπα!
Αφού βρόντηξε το ακουστικό στη συσκευή γύρισε και με κοίταξε.
- Εντάξει, τώρα;
- Μήπως θα έπρεπε να ενημερώσουμε το διοικητή της ίλης μου;
- Σταμάτα να είσαι τόσο ψάρι. Θα τον ενημερώσει ο επιλοχίας. Εξάλλου θα υπογράψει το εξοδόχαρτο.
Ο διοικητής της ίλης ήταν υπίλαρχος, δηλαδή κατώτερος στο βαθμό, και δεν τον λογάριαζε καθόλου.
Στις δύο και μισή, οι συνάδελφοί μου με έβλεπαν έκπληκτοι να φοράω τα πολιτικά. Ιδιαίτερη έκπληξη ένιωσαν οι παλιότεροι. Ένας από αυτούς με πλησίασε παίρνοντας όσο ψαρωτικό ύφος μπορούσε:
- Πού πας μεσημεριάτικα νέος;
- Έχω μία δουλειά, είπα αμήχανα.
- Τι δουλειά;
- Υπηρεσιακή, απάντησα.
Ένας άλλος παλιός πήρε ένα ύφος κάπως συμπονετικό και κάθησε δίπλα μου.
- Ρε νέος, μπας και χτύπησες αναβολή ακόμη δεν ήρθες; Μην ακούς τι λένε, δεν είναι τόσο χάλια εδώ.
Όμως ακόμη μεγαλύτερη ήταν η έκπληξή τους, όταν με είδαν να μπαίνω στο αμάξι του ίλαρχου. Δεν θα ξεχάσω στην πύλη το βλέμμα του αλφαμίτη, όταν στάθηκε μπροστά στο όχημα και χαιρέτησε τον ίλαρχο. Την ίδια στιγμή κοιτούσε διερευνητικά εμένα διστάζοντας να ρωτήσει γιατί φεύγω τέτοια ώρα. Έκανα να βγάλω το εξοδόχαρτο, αλλά ο ίλαρχος πάτησε γκάζι φωνάζοντας στον αλφαμίτη:
- Ο νεαρός έχει έξοδο.
Ο αλφαμίτης που το πρωί της προηγούμενης μας υποδέχθηκε προσπαθώντας να μας τρομοκρατήσει, ασφαλώς θα ένιωσε λίγο βλάκας διαπιστώνοντας ότι μιλούσε χωρίς να το καταλαβαίνει στο πιο χοντρό βύσμα του στρατού.
Στη βιβλιοθήκη του Διδυμοτείχου, ξαφνικά βρέθηκα μέσα σε ένα περιβάλλον τόσο οικείο και μαζί τόσο ξένο από αυτό που με περιέβαλε τους τελευταίους τέσσερις μήνες. Για μία στιγμή ξεχάστηκα κατεβάζοντας και ξεφυλλίζοντας βιβλία. Ξαναθυμήθηκα τα πολύ πρόσφατα φοιτητικά μου χρόνια. Όμως το γεγονός ότι είχα να διεκπεραιώσω μία (καταναγκαστική) εργασία με προσγείωνε και δεν με άφηνε να χαρώ αυτή την ανέλπιστη απόδραση από τη χακί μονοτονία του στρατώνα στον πολύχρωμο κόσμο των βιβλίων που αισθανόμουν ως φυσικό μου χώρο. Επίσης ευχάριστη νότα ήταν η γλυκιά υπάλληλος που πρόθυμα μας βοήθησε. Σε μισή ώρα περίπου είχαμε μαζέψει μία στοίβα με ιστορικά βιβλία που αναφέρονταν στην μικρασιατική εκστρατεία και κατεβαίναμε τα σκαλιά.
Πριν ρωτήσω με ποιο τρόπο θα επέστρεφα στο στρατόπεδο, ο ίλαρχος με οδήγησε στο σπίτι του. Μας υποδέχθηκε η σύζυγός του που είμαι σίγουρος ότι θα έφερε επίθετο σε “-ίδου”. Ήταν κι αυτή κοντή, γεματούλα με μεγάλο στρόγγυλο κεφάλι. Μάλιστα, μετά από λίγο εμφανίστηκαν και οι δίδυμες κόρες του που μοιραία ήταν κοντούλες, γεματούλες με μεγάλο στρόγγυλο κεφάλι.
Ο ίλαρχος με σύστησε στη σύζυγό του και άρχισε να διηγείται το πάθημά του, διανθίζοντάς του με ύβρεις κατά των γραφιάδων που τον έχωσαν. Το γεγονός φάνηκε μάλλον αστείο στη σύζυγο.
- Εσύ θα δώσεις διάλεξη για τη μικρασιατική καταστροφή; Έχετε χιούμορ στο στρατό!
- Ευτυχώς η μοίρα το έφερε να παρουσιαστεί χθες στη μονάδα αυτός ο καλός στρατιώτης και εξαίρετος φιλόλογος! είπε ο ίλαρχος.
- Και τι θα κερδίσει ο νεαρός; ρώτησε η σύζυγος. Δεν πιστεύω να τον ξεγελάσεις με καμιά πενθήμερη αδειούλα! Δέκα μέρες τουλάχιστον, αν όχι δεκαπέντε.
- Δεκαπέντε είναι πολλές, αποφάνθηκε ο ίλαρχος. Δέκα μερούλες όμως είναι ρεαλιστικό. Θα δούμε… Δεν θα τον αφήσω έτσι.
Μετά μας κάλεσε να περάσουμε στο τραπέζι όπου είχε σερβίρει το μεσημεριανό. Εγώ δήλωσα ότι είχα ήδη φάει στο στρατόπεδο.
- Τι φαγητό είχατε; ρώτησε η κυρία ιλάρχου.
- Μοσχάρι κονσέρβα, απάντησα.
Τότε γύρισε θυμωμένη στο σύζυγό της.
- Καλά ρε, είστε σοβαροί; Τι τα ταΐζετε τα παιδιά!
Κι αμέσως μετά σε μένα:
- Κάθισε παιδί μου να φας ένα φαΐ της προκοπής.
Είχε ωραιότατο παστίτσιο που, αν και χορτάτος, καταβρόχθισα με μεγάλη ευχαρίστηση. Αμέσως ακολούθησε συνεργασία με καφέ στο σαλόνι και κατά το απογευματάκι επέστρεψα στη μονάδα με μια αγκαλιά βιβλία.
Στην πύλη ήταν υπηρεσία πάλι ο ίδιος αλφαμίτης.
- Ρε νέος, τι ιστορία είσαι εσύ; Παίρνεις έξοδο μεσημεριάτικα και επιστρέφεις το απόγευμα με μια αγκαλιά βιβλία; Τι ρόλο βαράς;
- Πού να σου τα εξηγώ, απάντησα…
Οι επόμενες δεκαπέντε μέρες ήταν ανυπόφορες. Από το πρωί μέχρι το μεσημέρι ήμουν κλεισμένος στο δωματιάκι του αξιωματικού υπηρεσίας, διάβαζα και έγραφα. Έπληττα θανάσιμα και ένιωθα να πνίγομαι. Όταν κάποιος έμπαινε στο δωμάτιο για να πάρει κάτι, κοντοστεκόταν μπροστά στο παράδοξο θέαμα: πάνω στο τραπέζι ήταν αραδιασμένα βιβλία, τετράδια, σημειώσεις και ένας φαντάρος μελετούσε σαν να είναι φοιτητής! Ευτυχώς, αφού το εξήγησα σε καμιά δεκαριά άτομα, έπαψαν να ρωτάνε.
Αν ο στρατός είναι κατά κάποιο τρόπο φυλακή, εγώ ήμουν στην απομόνωσή του. Παρακαλούσα να μπει κάποιος στο δωμάτιο για να του πιάσω κουβέντα. Όταν μάλιστα μου τέλειωνε ο καφές και τα τσιγάρα, μου έρχονταν να χτυπήσω το κεφάλι στον τοίχο.
Εκτός αυτού αισθανόμουν ότι όλοι στο 3ο Γραφείο, ο ίλαρχος, ο λοχίας βοηθός του και ο παλιός γραφέας με κοιτούσαν με μισό μάτι. Ίσως θεωρούσαν ότι θα έπρεπε να ξεπετάξω την εργασία σε μία μέρα και μετά να πάω να αναλάβω τα καθήκοντά μου στο γραφείο. Πού να ήξεραν ότι πολύ ευχαρίστως θα αντάλλασσα την πιο σκληρή δουλειά με την απομόνωση στην οποία με είχαν κλείσει.
Το άλλο πρόβλημα που μου δημιούργησε η εργασία είχε να κάνει με τον διοικητή της ίλης, ο οποίος όπως είπα ήταν υπίλαρχος και οι ίλαρχοι των γραφείων δεν τον υπολόγιζαν και τόσο. Το πρώτο που έφερε βαρέως ήταν ότι πριν καλά-καλά παρουσιαστώ στην ίλη με άρπαξαν και με έχρισαν γραφέα χωρίς να τον ρωτήσουν. Μετά άρχισα κάτι κουφά π.χ. εξόδους από το μεσημέρι. Κι έπειτα είχε την εντύπωση ότι λούφαρα με τρόπο εντελώς ξεδιάντροπο για ένα “νέο”.
Μία μέρα που δακτυλογραφούσα ό,τι είχα γράψει μέχρι τότε από την εργασία, με τον ίλαρχο στο πλάι να διαβάζει και να ελέγχει, πρόβαλε στην πόρτα του γραφείου ο υπίλαρχος με κράνος και εξάρτυση.
- Κύριε ίλαρχε, είπε διστακτικά, σήμερα έχουμε πορεία και η ίλη είναι έτοιμη για αναχώρηση.
- Ε, και; απάντησε ο ίλαρχος.
- Ο στρατιώτης Αταίριαστος δεν…
Μα πριν τελειώσει την ερώτησή του, ο ίλαρχος με μία κίνηση του χεριού του τον απέπεμψε απότομα.
- Ο Αταίριαστος δεν θα έρθει στην πορεία. Έχει δουλειά.
Ο υπίλαρχος έκλεισε διστακτικά την πόρτα αποχωρώντας. Εκείνη τη στιγμή έριξα μία ματιά προς το μέρος του και αντίκρισα το βλέμμα του για μισό μόλις δευτερόλεπτο πριν εξαφανιστεί πίσω από την πόρτα. Θυμήθηκα την ατάκα του Ρομπέρτο Μπενίνι από το Down by law: “If looks could kill, I am dead now”. Πρώτη φορά μου έριξαν τέτοιο δολοφονικό βλέμμα. Στο καραβανίστικο μυαλό του υπίλαρχου τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα: ο λουφαδόρος στρατιώτης προσποιήθηκε ότι έχει πολλή δουλειά κι έβαλε τον ίλαρχο να τον απαλλάξει από την πορεία. Πού να φανταζόταν ότι θα ήμουν πρόθυμος να περπατήσω μέχρι την Αλεξανδρούπολη αν με άφηναν να φύγω από το γραφείο!
Λίγες μέρες μετά, είχαμε βολή. Αυτή τη φορά, όμως, ο υπίλαρχος φέρθηκε πιο πονηρά.
Καθώς κατηφόριζα προς το διοικητήριο, ο υπίλαρχος μου την είχε στημένη.
- Πού πας στρατιώτη Αταίριαστε; Δεν ξέρεις ότι έχουμε βολή σήμερα;
- Μάλιστα είπα. Να ενημερώσω τον κύριο ίλαρχο και έρχομαι αμέσως.
Αυτός φυσικά κατάλαβε ότι αν πήγαινα στο γραφείο ο ίλαρχος δεν θα με άφηνε να πάω στη βολή και μου είπε χαμογελώντας:
- Πρώτα θα φορέσεις το κράνος, την εξάρτυση, θα πάρεις το όπλο σου και μετά θα πας να ενημερώσεις τον κύριο ίλαρχο.
Σε δέκα λεπτά έμπαινα στο διοικητήριο με κράνος, εξάρτυση, σακκίδιο στην πλάτη και το FN στον ώμο! Μόλις με είδε ο ίλαρχος χλόμιασε.
- Πώς έγινες έτσι ρε μαλάκα! Κηρύχθηκε πόλεμος;
- Έχουμε βολή και…
- Καλά, το έχασες τελείως; Σε δύο μέρες με περιμένει ο στρατηγός να διαβάσει την ομιλία κι εσύ τρέχεις στις ραχούλες να τουφεκάς.
- Μα ο κύριος υπίλαρχος…
- Τέλος πάντων, τράβα στη βολή κι αμέσως μετά γρήγορα εδώ.
Μετά τη βολή, πήγα να κλειδώσω το όπλο στον οπλοβαστό, αλλά ο λοχίας, δασκαλεμένος προφανώς από τον υπίλαρχο, βρισκόταν τυχαία εκεί παραδίπλα:
- Πού πας Αταίριαστε;
- Στο γραφείο, έχω δουλειά.
- Πας καλά ρε νέος; Δεν ξέρεις ότι μετά τη βολή καθαρίζουμε το όπλο μας; Τι σκατά βασική εκπαίδευση περάσατε; Πάει χάλασε και η Αυλώνα!
Κι έτσι στρώθηκα οκλαδόν στον προθάλαμο μαζί με τους συναδέλφους μου και επί μία ώρα περνούσα και ξαναπερνούσα το σχοινοκαθαριστήρα από την κάννη, βουτούσα και ξαναβουτούσα το πανάκι στο λάδι, γυάλιζα από δω, γυάλιζα από κει, μέχρι που στο τέλος χτύπησε το τηλέφωνο της ίλης. Το σήκωσε ο λοχίας. Στην άλλη γραμμή ήταν ο ίλαρχος, ο οποίος μόλις πληροφορήθηκε ότι είχαμε ήδη μία ώρα που γυρίσαμε από τη βολή, άστραψε, βρόντησε κι έδωσε εντολή να πάω τρέχοντας στο γραφείο.
- Στο ‘πα κύριε λοχία ότι έχω δουλειά, τόλμησα να διαμαρτυρηθώ, σκεπτόμενος την κατσάδα που με περίμενε.
Αυτός, όμως, με άφησε πρώτα να κλειδώσω το όπλο στον οπλοβαστό κι ενώ εγώ έτρεχα να προλάβω με φώναξε πάλι πίσω, να ξεκλειδώσω το όπλο και να του το δείξω για να το επιθεωρήσει αν το καθάρισα καλά.
- Μία ώρα το καθαρίζω! Απ’ το εργοστάσιο αποκλείεται να βγήκε πιο καθαρό, είπα εγώ αλλά αυτός ήταν ανένδοτος.
Στο γραφείο έφαγα φυσικά την αναμενόμενη κατσάδα από τον ίλαρχο.
- Μα, κύριε ίλαρχε, αφού είχα βολή.
- Μη μου λες μαλακίες εμένα. Η βολή τέλειωσε πριν από μία ώρα.
- Ναι, αλλά καθαρίζαμε τα όπλα…
- Δεν μπορούσες να το καθαρίσεις το απόγευμα;
- Ο λοχίας…
- Σταμάτα να απολογείσαι και πιάσε δουλειά.
- Μα η εργασία έχει σχεδόν τελειώσει…
- Σώπα και δούλευε. Ρεζίλι των σκυλιών θα με κάνεις μπροστά σε ολόκληρη τη φρουρά.
Λίγα λεπτά αργότερα, μπροστά στο αρχείο με το δακτυλογραφημένο έγγραφο, σκεπτόμουν να πατήσω ένα delete, να πω στον άσχετο από κομπιούτερ ίλαρχο ότι το “αρχείο χτύπησε” και να γελάσω με τη συμφόρηση που θα πάθαινε. Φυσικά, δεν το έκανα. Αντιθέτως την ολοκλήρωσα μέσα στην καθορισμένη προθεσμία και ένα μεσημέρι την έδωσα στον ίλαρχο. Την διάβασε σιωπηλός, ενώ εγώ δίπλα του περίμενα τη γνώμη του ανυπόμονα. Έτρεμα στη σκέψη ότι θα σήκωνε το κεφάλι και θα έλεγε “τι μαλακία είναι τούτη, ξαναγράψ’ την από την αρχή”.
Τελικά, τη διάβασε, σήκωσε το κεφάλι σκεπτικός…
- Χμμμ… είναι πολύ καλή, είπε.
Αλλά πριν προλάβω να χαρώ πρόσθεσε:
- Βέβαια τα “χώνεις” στο βασιλιά λίγο περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει.
- Ορίστε;
- Κι εκεί που βγάζεις λάδι το κομμουνιστικό κόμμα… δεν ξέρω… θα το δούμε. Μην επηρεάζεσαι από τα προσωπικά σου πιστεύω. Είσαι αριστερός, έτσι;
Εγώ έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Ήθελα να πω ότι ναι μεν είμαι αριστερός, αλλά αποκλείεται να φαίνεται κάτι τέτοιο από την ομιλία, η οποία ήταν αντικειμενικότατη και σε καμία περίπτωση…
- Μίλα ρε μαλάκα. Μη φοβάσαι. Εγώ δεν είμαι κανένας κολλημένος δεξιός.
- Μα όποιες κι αν είναι οι προσωπικές μου απόψεις και ιδέες, ειδικά στο σημείο αυτό, το έγραψα όπως το γράφει το σχολικό βιβλίο της τρίτης λυκείου.
- Κάτι μας είπες τώρα! Τα σχολικά βιβλία τα γράφουν οι κουκουέδες εσωτερικού!
- Μα το κομμουνιστικό κόμμα, μπορεί να ήταν αντίθετο στην εκστρατεία, αλλά οι δυνατότητές του εκείνη την εποχή να επηρεάσει αρνητικά την έκβασή της ήταν μηδαμινές.
- Έπαιξε, όμως, ένα ρόλο αντίθετο στα εθνικά συμφέροντα. Ίσως θα έπρεπε να το τονίσουμε λίγο αυτό.
Τελικά, είπε ότι δεν θα αλλάζαμε τίποτα κι ότι θα το συζητούσε με το στρατηγό. Αν ο στρατηγός δεν είχε πρόβλημα, γιατί να έχουμε εμείς;
Σε τρεις μέρες ήρθε κρατώντας την ομιλία παραμάσχαλα.
- Στο ‘πα ρε μαλάκα ότι δεν θα περνούσε!
- Τι εννοείτε;
- Αυτά για το βασιλιά. Δεν θα τα σβήσουμε. Ούτε θα τον αθωώσουμε. Απλώς θα κάνουμε λίγο πιο ήπια την κριτική. Κατά τα άλλα του άρεσε πολύ!
- Για το ΚΚΕ είπε κάτι;
- Όχι, ασ’ τα όπως είναι.
Έκανα τις αλλαγές, ξαναπήγε στον στρατηγό, πήρε την τελική έγκριση και ήμασταν έτοιμοι για την τελική πρόβα. Θα μου διάβαζε είπε το κείμενο όπως ακριβώς θα το εκφωνούσε για να κάνω τις παρατηρήσεις μου. Άραξα λοιπόν αναπαυτικά στην πολυθρόνα του γραφείου του κι αυτός πήρε την εργασία στα χέρια του, ξερόβηξε, πήρε επίσημο ύφος κι άρχισε. Με την πρώτη πρόταση που εκφώνησε κόντεψα να πάθω συγκοπή! Διάβαζε κομπιάζοντας, σαν μαθητής πρώτης δημοτικού που κάνει τα πρώτα του βήματα στην ανάγνωση! Αν δεν ήταν οκτώ βαθμούς ανώτερός μου, θα το άρπαζα από τα χέρια του και θα έλεγα “ή θα το διαβάσει κάποιος άλλος ή δεν σου το δίνω”. Αν το κείμενο δεν ήταν δακτυλογραφημένο, θα έλεγα ότι δεν βγάζει τα γράμματά μου. Τελικά το μυστήριο μου το έλυσε ο ίδιος:
- Μη νομίζεις ότι δεν ξέρω να διαβάζω, απλώς δεν έχω τα γυαλιά μου και δεν βλέπω καλά!
Μα τότε πώς μπορούσα να κρίνω; Εν πάση περιπτώσει από τότε δεν με ξαναενόχλησε. Τα σχεδιαγράμματα που θα προβάλονταν παράλληλα με την ομιλία του τα έκαναν κάτι κομπιουτεράδες στη Μεραρχία.
Μετά την ομιλία, εμφανίστηκε στο στρατόπεδο περιχαρής. Η ομιλία είπε είχε μεγάλη επιτυχία. Όλοι τον συνεχάρησαν ένθερμα, από το στρατηγό μέχρι τους δόκιμους και του είπαν ότι έμαθαν πολλά ακούγοντάς τον!

Την τελευταία μέρα πριν απολυθώ, κοιτάζοντας βαριεστημένα το σκληρό δίσκο του υπολογιστή, είδα την ξεχασμένη πια ομιλία για τα αίτια και τις συνέπειες της μικρασιατικής καταστροφής. Την έβαλα σε μία δισκέτα και την πήρα μαζί μου. Στο σπίτι μου, πολίτης πια, την πέταξα σε κάποιο συρτάρι. Λίγα χρόνια μετά την ξαναβρήκα τυχαία και με νοσταλγική διάθεση την έβαλα στον υπολογιστή για να την ξαναδιαβάσω. Άδικος κόπος. Η δισκέτα είχε “χτυπήσει”.

Τέχνη εν δήμω

Ρίχτηκε στο πέλαγος: Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009, 23:16

Το θέμα των καλλιτεχνημάτων που επιλέγονται για να κοσμήσουν τους δημόσιους χώρους κατά καιρούς έχει πυροδοτήσει έντονες συζητήσεις σε πολλές πόλεις. Αυτό που στην ουσία ανάβει τη σπίθα του δημόσιου διαλόγου (συνήθως πρόκειται για καβγά) είναι η επιλογή κάποιου έργου αφηρημένου, αινιγματικού, μοντέρνου που ξενίζει το πλατύ κοινό, αφού αυτό κατά κανόνα είναι εξοικειωμένο με “ακαδημαϊκές” μορφές τέχνης και δυστροπεί απέναντι σε περισσότερο “πρωτοποριακά” έργα (έτσι σχηματικά γιατί οι όροι σηκώνουν περισσότερη κουβέντα).


Φωτογραφία: Νίκος Τρεμούλης (City Picture of the Day)

Στη Λάρισα μία τέτοια συζήτηση είχε γίνει, όταν αποφασίστηκε να τοποθετηθεί ένα άγαλμα με το σύμβολο της πόλης, το άλογο, κάτω από την εκκλησία του πολιούχου Αγίου Αχιλλίου. Τότε επιλέχτηκε το απεικονιζόμενο έργο που για πολύ καιρό δεν μπορούσε να χωνέψει η πλειοψηφία των Λαρισαίων. Οι περισσότεροι έλεγαν (και πολλοί ακόμη λένε) ότι δεν μπορεί αυτό το “ψωράλογο” να αποτελεί σύμβολο της πόλης. Εξάλλου έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την επιγραφή που τοποθετήθηκε από κάτω: “Ίππους θοάς Λαρίσης έθρεψε πέδον, παρέχον αεί όλβον τοις Λαρισαίοις”. Αυτός ο “ίππος” δεν φαίνεται να είναι καθόλου “θοός” και αν ήταν τέτοια τα θεσσαλικά άτια δεν θα παρείχαν καθόλου “όλβον τοις Λαρισαίοις”.
Φαίνεται ότι οι περισσότεροι περίμεναν κάτι πιο κλασικό. Ένα ορμητικό (σούζα τ’) αλογάκι - σύμβολο της… βυσσινί θύελλας (που ούτως ή άλλως φρόντισε να στήσει πιο πρόσφατα ο νυν δήμαρχος στη… φυσική του θέση, κάπου στο Αλκαζάρ, κοντά στο γήπεδο)

Κάτι ανάλογο, επίσης, έγινε όταν δημιουργήθηκε μνημείο Εθνικής Αντίστασης στο πάρκο Αλκαζάρ. Επιλέχτηκε τότε ένα έργο του Φιλόλαου (Τλούπα), γλύπτη λαρισαϊκής καταγωγής, που ζει και εργάζεται στη Γαλλία. Παρόλο που οι δημιουργίες του, μισό αιώνα τώρα, έχουν δρέψει δάφνες διεθνώς και κοσμούν πλατείες του Παρισιού κι άλλων γαλλικών πόλεων, το έργο που δημιούργησε για το εν λόγω μνημείο απαξιώθηκε με το παρατσούκλι “το φτερό του αεροπλάνου”! Έτσι το αποκαλούσαν οι Λαρισαίοι μέχρι να μάθουν (πολλοί ακόμη δεν το ξέρουν) ότι το εν λόγω ογκώδες γλυπτό είναι μνημείο της Εθνικής Αντίστασης.

Όλα αυτά τα γράφω με αφορμή τα εγκαίνια ενός νέου γλυπτού που εγκαινιάσθηκε πρόσφατα μπροστά στη Δημοτική Πινακοθήκη (με την ευκαιρία: αν περνάτε από Λάρισα, μη διστάσετε να ξοδέψετε μία ώρα από το χρόνο σας και να επισκεφθείτε τη Δημοτική Πινακοθήκη -θεωρείται η δεύτερη σημαντικότερη πανελληνίως συλλογή εικαστικών μετά την Εθνική Πινακοθήκη).
Είναι πολύ περίεργο αλλά δεν άκουσα ούτε μία φωνή διαμαρτυρίας για το εν λόγω έργο. Φαίνεται ότι συμβαίνουν δύο τινά:
α) το κοινό της πόλης έχει τόσο εξοικειωθεί με τη μοντέρνα τέχνη ώστε δεν τους ξενίζει καθόλου το έργο.
β) στην εποχή μας ελάχιστοι νοιάζονται πια γι’ αυτά.
Και κατά σύμπτωση είναι η πρώτη φορά που ένα “δημόσιο” έργο τέχνης μου προκαλεί τέτοια αποστροφή.
Η άποψή μου είναι ότι το έργο που επιλέγεται για να κοσμήσει ένα δημόσιο χώρο πρέπει να εκπαιδεύει το κοινό και ιδίως το πλατύ κοινό που δεν μπαίνει σε εκθέσεις ούτε διαβάζει βιβλία τέχνης. Δηλαδή να μην ακολουθεί την ακαδημαϊκή φόρμα καταντώντας κλισέ, αλλά να μην είναι τόσο αινιγματικό ώστε να γίνεται ερμητικό κι απρόσιτο. Να προσφέρει μία νέα, φρέσκια οπτική πάνω στο θέμα, αλλά να μην το τραβά στα άκρα και να μην απωθεί το μη “μυημένο” κοινό.
Ένα παράδειγμα που πετυχαίνει, νομίζω, το σκοπό αυτό είναι ο “Δρομέας” του Βαρώτσου. Κι ως αντίθετο παράδειγμα θα μπορούσα να αναφέρω τη “Θεσσαλική φρουρά” του Πανιάρα. Γιατί ό,τι κι αν φαντάστηκε ο καλλιτέχνης, ο διαβάτης νομίζω δεν μπορεί να δει τίποτα άλλο παρά πέντε τεράστιους χρωματιστούς σωλήνες. Και πολύ δίκαια κατά την άποψή μου.

Η λύση στα προβλήματά μας: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Ρίχτηκε στο πέλαγος: Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009, 08:10


Κι ενώ τελειώνει κιόλας η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, υπάρχουν κανονικοί άνθρωποι που ζουν ανάμεσά μας και ριγούν στη σκέψη ότι στην Κόκκινη Μηλιά, ο μαρμαρωμένος βασιλιάς κάποτε θα αναστηθεί και καβάλα στο άτι του, σαν αστραπή, θα μπει μπροστάρης στον αγώνα να πάρουμε την Βασιλεύουσα. Κάποιοι ελπίζουν σοβαρά σε εκείνη την πανυγηρική λειτουργία στην Αγιά Σοφιά, όταν θα νεκραναστήσουμε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όπως ακριβώς θα έχει νεκραναστηθεί και ο τελευταίος της αυτοκράτορας.

Η χώρα είναι στο χείλος της οικονομικής χρεωκοπίας, έχουμε γίνει ρεζίλι του πολιτισμένου κόσμου, έχουμε χίλια δυο προβλήματα, αλλά υπάρχουν συμπατριώτες μας που ως απάντηση σε όλα αυτά έχουν να προτείνουν μία ρεβάνς του 1453.