Ντρέπομαι που το λέω καμιά φορά, αλλά αποφοίτησα από το πανεπιστήμιο χωρίς να έχω γράψει ούτε μία εργασία. Το φταίξιμο δεν είναι τελείως δικό μου. Σε κανένα μάθημα δεν υπήρχε υποχρεωτική εργασία και εγώ συνήθως χρωστούσα αρκετά μαθήματα για να αναλάβω προαιρετικά μία τέτοια υποχρέωση. Το περίεργο όμως είναι ότι μου έλαχε να κάνω τη μοναδική μου εργασία λίγους μήνες μετά την αποφοίτησή μου, ως στρατιώτης σε μία παραμεθόρια μονάδα στον Έβρο.
Παρουσιάστηκα στη μονάδα στο Διδυμότειχο, ένα κρύο πρωινό του Σεπτέμβρη του 1995, μετά από ένα εξαντλητικό ταξίδι με το τρένο που κράτησε από το απόγευμα της προηγούμενης μέρας. Μαζί μου ήταν κι άλλοι τρεις, γνωστοί από τη βασική εκπαίδευση στην Αυλώνα. Ο αλφαμίτης που μας υποδέχθηκε μας εξέφρασε τα συλλυπητήριά του για τη σκληρή μοίρα που μας έριξε σ’ αυτή τη μονάδα εξατμίζοντας κατευθείαν κάθε σταγόνα αισιοδοξίας που είχε μείνει μέσα μας. Τουλάχιστον την πρώτη μέρα πέσαμε σε μία μέρα ολοήμερης εκπαίδευσης και το στρατόπεδο ήταν σχεδόν έρημο. Έτσι την περάσαμε κοπροσκυλιάζοντας. Κατά το βραδάκι, επέστρεψε ο κόσμος στο στρατόπεδο και μας έστειλαν στο διοικητήριο να παρουσιαστούμε. Ενώ περιμέναμε έξω από το γραφείο του διοικητή, ένας παλιός φαντάρος, γραφέας του 3ου γραφείου, έμαθε ότι ξέρω κομπιούτερ και τυφλό σύστημα δακτυλογράφησης και σχεδόν με οδήγησε δια της βίας στον ίλαρχο που ήταν προϊστάμενος του 3ου γραφείου. Είχε βρει επιτέλους την “απαλλαγή” του, αυτόν που θα τον διαδέχονταν όταν αυτός θα απολυόταν, αλλά -το σημαντικότερο- και αυτόν που θα επωμιζόταν τα περισσότερα καθήκοντα του γραφείου ενώ αυτός θα μπορούσε, όπως κάθε παλιός που σέβεται τον εαυτό του, να περιφέρεται με τα χέρια στις τσέπες και να σαχλαμαρίζει μετρώντας τις μέρες μέχρι να απολυθεί.
Την άλλη μέρα το πρωί ήμουν επίσημα γραφέας του 3ου γραφείου. Ο ίλαρχος με συμπάθησε αμέσως γιατί έγραφα ταχύτατα και ορθογραφημένα. Όπως μου εκμυστηρεύτηκε, ο παλιός γραφέας στοίχιζε πολύ… χαρτί και μελάνι στην υπηρεσία. Για κάθε μία σελίδα έπρεπε να τυπώνουν και να πετάνε τέσσερις. Μόνο μία φορά δυσφόρησε μαζί μου, όταν πήρα την πρωτοβουλία και σε ένα έγγραφό του διόρθωσα το “σας γνωρίζουμε ότι…” και το έκανα “σας γνωστοποιούμε ότι…”.
- Το “σας γνωρίζουμε” χρησιμοποιείται έτσι, όχι μόνο στο στρατό, αλλά σε ολόκληρο το δημόσιο. Δεν θα μας αλλάξεις εσύ τον καθιερωμένο τρόπο αλληλογραφίας.
Ακόμη και σήμερα τον θυμάμαι, κάθε φορά που στη δουλειά γράφω σε κάποιο έγγραφο “σας γνωρίζουμε ότι…”.
Την πρώτη κιόλας μέρα στο γραφείο, μπήκε έξω φρενών ο ίλαρχος του διπλανού (4ου) γραφείου κουνώντας ένα έγγραφο.
Ήταν κλασικό δείγμα Πόντιου. Εκτός από επίθετο σε -ίδης, διέθετε μικρό ανάστημα, γεμάτο σώμα και μεγάλο, ολοστρόγγυλο κεφάλι, το οποίο εκείνη τη στιγμή είχε γίνει κατακόκκινο από το θυμό.
- Ρε μαλάκα, το πιστεύεις; είπε στον ίλαρχο του γραφείου μου. Με έβαλαν να εκφωνήσω ομιλία!
Μία φορά το μήνα κάποιος αξιωματικός αναλάμβανε να εκφωνήσει μία ομιλία (στρατιωτικού ή γενικότερου ενδιαφέροντος) σε συγκεντρώσεις όπου συμμετείχαν υποχρεωτικά όλοι οι αξιωματικοί της Φρουράς Διδυμοτείχου.
- Ε, καλά πώς κάνεις έτσι, του απάντησε ο προϊστάμενός μου.
Και δείχνοντάς του τη βιβλιοθήκη με τους στρατιωτικούς κανονισμούς πίσω του πρόσθεσε:
- Θα πάρεις από εδώ ό,τι θέλεις και…
- Μα δεν μου έδωσαν στρατιωτικό θέμα. Μου έδωσαν ιστορικό θέμα!
Και σηκώνοντας το χαρτί μπροστά στα μάτια του διάβασε το θέμα της ομιλίας που έπρεπε να εκφωνήσει:
- “Τα αίτια και οι συνέπειες της μικρασιατικής καταστροφής”.
Τότε μόνο ο προϊστάμενός μου δήλωσε ότι όντως αυτό που του έκαναν ήταν χοντρό. Ο άλλος ίλαρχος, άρχισε να ξεστομίζει άλλη μία σειρά από βρισιές, όταν γύρισε το κεφάλι του και το βλέμμα του κόλλησε πάνω μου επίμονα.
- Τι είπαμε ότι τέλειωσες εσύ;
Εγώ πετάχτηκα όρθιος.
- Διατάξτε; ψέλλισα.
- Τι σπούδασες ρε;
- Φιλολογία, είπα με μία υποψία ανησυχίας που αμέσως επιβεβαιώθηκε.
- Τέλεια! Ο Θεός σε έστειλε!
Αμέσως με άρπαξε από το μανίκι και με τράβηξε έξω από το γραφείο.
- Βασίλη, ο νεαρός από δω αποσπάται για δεκαπέντε μέρες στο γραφείο μου.
Ο ίλαρχος του 3ου γραφείου πετάχτηκε όρθιος.
- Πού τον πας; Εδώ πνιγόμαστε! Ξέρεις τι τράβηξα για να βρω γραφέα; Αυτή η σειρά είναι όλοι αμόρφωτοι.
- Δεν θα στον φάω ρε μαλάκα! Έχω γραφέα. Θα μου κάνει την εργασία και σε δεκαπέντε μέρες θα είναι πίσω.
Στο επόμενο λεπτό με είχε καθήσει στο γραφείο του και αυτός έκοβε βόλτες πάνω κάτω καταστρώνοντας σχέδια.
- Πρέπει να κινηθούμε γρήγορα. Η ομιλία είναι σε δύο μήνες. Όμως, σε ένα μήνα πρέπει να τη δει ο στρατηγός, να κάνουμε τυχόν διορθώσεις, να την ξαναδεί. Μετά θα πρέπει να ετοιμάσουμε διαφάνειες, καμιά φωτογραφία ίσως, κανά σχεδιάγραμμα με τις κινήσεις του στρατού, προέλαση, υποχώρηση, τέτοια. Ίσως να κάνουμε και καμιά πρόβα. Μη νομίζεις ότι έχουμε χρόνο. Εσύ τι θα χρειαστείς;
- Τι θα χρειαστώ; Βιβλιογραφία! Δηλαδή όχι απλά βιβλιογραφία, αλλά τα βιβλία της βιβλιογραφίας.
- Στις δυόμιση να είσαι έτοιμος. Θα πάμε στη βιβλιοθήκη του Διδυμοτείχου. Είναι αρκετά καλή βιβλιοθήκη.
- Την επισκέπτεστε τακτικά; μου ξέφυγε η ολίγον ειρωνική ερώτηση.
- Όχι εγώ ρε μαλάκα! Οι κόρες μου, όταν έχουν εργασία για το σχολείο. Μετά το φαγητό να πας να ντυθείς και στις δυόμιση να είσαι έτοιμος.
- Να βάλω στολή εξόδου;
- Μην είσαι ψάρακας! Πολιτικά θα βάλεις.
Εγώ ήμουν πάλι διστακτικός.
- Ξέρετε…
- Τι είναι πάλι;
- Η έξοδος είναι στις επτά το απόγευμα. Εγώ πώς θα φύγω από το μεσημέρι;
Ο ίλαρχος ξεφύσηξε και μουρμουρίζοντας κάτι σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου.
- Σε ποια ίλη σε έβαλαν;
- Στη δεύτερη.
Σχημάτισε ένα νούμερο.
- Έλα ο επιλοχίας είσαι; Εδώ ίλαρχος …-ίδης. Βγάλε ένα εξοδόχαρτο για τον στρατιώτη Αταίριαστο με ώρα εξόδου 14.30. Ναι, είναι αυτός που παρουσιάστηκε χθες. Ναι, στις δύο και μισή είπα!
Αφού βρόντηξε το ακουστικό στη συσκευή γύρισε και με κοίταξε.
- Εντάξει, τώρα;
- Μήπως θα έπρεπε να ενημερώσουμε το διοικητή της ίλης μου;
- Σταμάτα να είσαι τόσο ψάρι. Θα τον ενημερώσει ο επιλοχίας. Εξάλλου θα υπογράψει το εξοδόχαρτο.
Ο διοικητής της ίλης ήταν υπίλαρχος, δηλαδή κατώτερος στο βαθμό, και δεν τον λογάριαζε καθόλου.
Στις δύο και μισή, οι συνάδελφοί μου με έβλεπαν έκπληκτοι να φοράω τα πολιτικά. Ιδιαίτερη έκπληξη ένιωσαν οι παλιότεροι. Ένας από αυτούς με πλησίασε παίρνοντας όσο ψαρωτικό ύφος μπορούσε:
- Πού πας μεσημεριάτικα νέος;
- Έχω μία δουλειά, είπα αμήχανα.
- Τι δουλειά;
- Υπηρεσιακή, απάντησα.
Ένας άλλος παλιός πήρε ένα ύφος κάπως συμπονετικό και κάθησε δίπλα μου.
- Ρε νέος, μπας και χτύπησες αναβολή ακόμη δεν ήρθες; Μην ακούς τι λένε, δεν είναι τόσο χάλια εδώ.
Όμως ακόμη μεγαλύτερη ήταν η έκπληξή τους, όταν με είδαν να μπαίνω στο αμάξι του ίλαρχου. Δεν θα ξεχάσω στην πύλη το βλέμμα του αλφαμίτη, όταν στάθηκε μπροστά στο όχημα και χαιρέτησε τον ίλαρχο. Την ίδια στιγμή κοιτούσε διερευνητικά εμένα διστάζοντας να ρωτήσει γιατί φεύγω τέτοια ώρα. Έκανα να βγάλω το εξοδόχαρτο, αλλά ο ίλαρχος πάτησε γκάζι φωνάζοντας στον αλφαμίτη:
- Ο νεαρός έχει έξοδο.
Ο αλφαμίτης που το πρωί της προηγούμενης μας υποδέχθηκε προσπαθώντας να μας τρομοκρατήσει, ασφαλώς θα ένιωσε λίγο βλάκας διαπιστώνοντας ότι μιλούσε χωρίς να το καταλαβαίνει στο πιο χοντρό βύσμα του στρατού.
Στη βιβλιοθήκη του Διδυμοτείχου, ξαφνικά βρέθηκα μέσα σε ένα περιβάλλον τόσο οικείο και μαζί τόσο ξένο από αυτό που με περιέβαλε τους τελευταίους τέσσερις μήνες. Για μία στιγμή ξεχάστηκα κατεβάζοντας και ξεφυλλίζοντας βιβλία. Ξαναθυμήθηκα τα πολύ πρόσφατα φοιτητικά μου χρόνια. Όμως το γεγονός ότι είχα να διεκπεραιώσω μία (καταναγκαστική) εργασία με προσγείωνε και δεν με άφηνε να χαρώ αυτή την ανέλπιστη απόδραση από τη χακί μονοτονία του στρατώνα στον πολύχρωμο κόσμο των βιβλίων που αισθανόμουν ως φυσικό μου χώρο. Επίσης ευχάριστη νότα ήταν η γλυκιά υπάλληλος που πρόθυμα μας βοήθησε. Σε μισή ώρα περίπου είχαμε μαζέψει μία στοίβα με ιστορικά βιβλία που αναφέρονταν στην μικρασιατική εκστρατεία και κατεβαίναμε τα σκαλιά.
Πριν ρωτήσω με ποιο τρόπο θα επέστρεφα στο στρατόπεδο, ο ίλαρχος με οδήγησε στο σπίτι του. Μας υποδέχθηκε η σύζυγός του που είμαι σίγουρος ότι θα έφερε επίθετο σε “-ίδου”. Ήταν κι αυτή κοντή, γεματούλα με μεγάλο στρόγγυλο κεφάλι. Μάλιστα, μετά από λίγο εμφανίστηκαν και οι δίδυμες κόρες του που μοιραία ήταν κοντούλες, γεματούλες με μεγάλο στρόγγυλο κεφάλι.
Ο ίλαρχος με σύστησε στη σύζυγό του και άρχισε να διηγείται το πάθημά του, διανθίζοντάς του με ύβρεις κατά των γραφιάδων που τον έχωσαν. Το γεγονός φάνηκε μάλλον αστείο στη σύζυγο.
- Εσύ θα δώσεις διάλεξη για τη μικρασιατική καταστροφή; Έχετε χιούμορ στο στρατό!
- Ευτυχώς η μοίρα το έφερε να παρουσιαστεί χθες στη μονάδα αυτός ο καλός στρατιώτης και εξαίρετος φιλόλογος! είπε ο ίλαρχος.
- Και τι θα κερδίσει ο νεαρός; ρώτησε η σύζυγος. Δεν πιστεύω να τον ξεγελάσεις με καμιά πενθήμερη αδειούλα! Δέκα μέρες τουλάχιστον, αν όχι δεκαπέντε.
- Δεκαπέντε είναι πολλές, αποφάνθηκε ο ίλαρχος. Δέκα μερούλες όμως είναι ρεαλιστικό. Θα δούμε… Δεν θα τον αφήσω έτσι.
Μετά μας κάλεσε να περάσουμε στο τραπέζι όπου είχε σερβίρει το μεσημεριανό. Εγώ δήλωσα ότι είχα ήδη φάει στο στρατόπεδο.
- Τι φαγητό είχατε; ρώτησε η κυρία ιλάρχου.
- Μοσχάρι κονσέρβα, απάντησα.
Τότε γύρισε θυμωμένη στο σύζυγό της.
- Καλά ρε, είστε σοβαροί; Τι τα ταΐζετε τα παιδιά!
Κι αμέσως μετά σε μένα:
- Κάθισε παιδί μου να φας ένα φαΐ της προκοπής.
Είχε ωραιότατο παστίτσιο που, αν και χορτάτος, καταβρόχθισα με μεγάλη ευχαρίστηση. Αμέσως ακολούθησε συνεργασία με καφέ στο σαλόνι και κατά το απογευματάκι επέστρεψα στη μονάδα με μια αγκαλιά βιβλία.
Στην πύλη ήταν υπηρεσία πάλι ο ίδιος αλφαμίτης.
- Ρε νέος, τι ιστορία είσαι εσύ; Παίρνεις έξοδο μεσημεριάτικα και επιστρέφεις το απόγευμα με μια αγκαλιά βιβλία; Τι ρόλο βαράς;
- Πού να σου τα εξηγώ, απάντησα…
Οι επόμενες δεκαπέντε μέρες ήταν ανυπόφορες. Από το πρωί μέχρι το μεσημέρι ήμουν κλεισμένος στο δωματιάκι του αξιωματικού υπηρεσίας, διάβαζα και έγραφα. Έπληττα θανάσιμα και ένιωθα να πνίγομαι. Όταν κάποιος έμπαινε στο δωμάτιο για να πάρει κάτι, κοντοστεκόταν μπροστά στο παράδοξο θέαμα: πάνω στο τραπέζι ήταν αραδιασμένα βιβλία, τετράδια, σημειώσεις και ένας φαντάρος μελετούσε σαν να είναι φοιτητής! Ευτυχώς, αφού το εξήγησα σε καμιά δεκαριά άτομα, έπαψαν να ρωτάνε.
Αν ο στρατός είναι κατά κάποιο τρόπο φυλακή, εγώ ήμουν στην απομόνωσή του. Παρακαλούσα να μπει κάποιος στο δωμάτιο για να του πιάσω κουβέντα. Όταν μάλιστα μου τέλειωνε ο καφές και τα τσιγάρα, μου έρχονταν να χτυπήσω το κεφάλι στον τοίχο.
Εκτός αυτού αισθανόμουν ότι όλοι στο 3ο Γραφείο, ο ίλαρχος, ο λοχίας βοηθός του και ο παλιός γραφέας με κοιτούσαν με μισό μάτι. Ίσως θεωρούσαν ότι θα έπρεπε να ξεπετάξω την εργασία σε μία μέρα και μετά να πάω να αναλάβω τα καθήκοντά μου στο γραφείο. Πού να ήξεραν ότι πολύ ευχαρίστως θα αντάλλασσα την πιο σκληρή δουλειά με την απομόνωση στην οποία με είχαν κλείσει.
Το άλλο πρόβλημα που μου δημιούργησε η εργασία είχε να κάνει με τον διοικητή της ίλης, ο οποίος όπως είπα ήταν υπίλαρχος και οι ίλαρχοι των γραφείων δεν τον υπολόγιζαν και τόσο. Το πρώτο που έφερε βαρέως ήταν ότι πριν καλά-καλά παρουσιαστώ στην ίλη με άρπαξαν και με έχρισαν γραφέα χωρίς να τον ρωτήσουν. Μετά άρχισα κάτι κουφά π.χ. εξόδους από το μεσημέρι. Κι έπειτα είχε την εντύπωση ότι λούφαρα με τρόπο εντελώς ξεδιάντροπο για ένα “νέο”.
Μία μέρα που δακτυλογραφούσα ό,τι είχα γράψει μέχρι τότε από την εργασία, με τον ίλαρχο στο πλάι να διαβάζει και να ελέγχει, πρόβαλε στην πόρτα του γραφείου ο υπίλαρχος με κράνος και εξάρτυση.
- Κύριε ίλαρχε, είπε διστακτικά, σήμερα έχουμε πορεία και η ίλη είναι έτοιμη για αναχώρηση.
- Ε, και; απάντησε ο ίλαρχος.
- Ο στρατιώτης Αταίριαστος δεν…
Μα πριν τελειώσει την ερώτησή του, ο ίλαρχος με μία κίνηση του χεριού του τον απέπεμψε απότομα.
- Ο Αταίριαστος δεν θα έρθει στην πορεία. Έχει δουλειά.
Ο υπίλαρχος έκλεισε διστακτικά την πόρτα αποχωρώντας. Εκείνη τη στιγμή έριξα μία ματιά προς το μέρος του και αντίκρισα το βλέμμα του για μισό μόλις δευτερόλεπτο πριν εξαφανιστεί πίσω από την πόρτα. Θυμήθηκα την ατάκα του Ρομπέρτο Μπενίνι από το Down by law: “If looks could kill, I am dead now”. Πρώτη φορά μου έριξαν τέτοιο δολοφονικό βλέμμα. Στο καραβανίστικο μυαλό του υπίλαρχου τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα: ο λουφαδόρος στρατιώτης προσποιήθηκε ότι έχει πολλή δουλειά κι έβαλε τον ίλαρχο να τον απαλλάξει από την πορεία. Πού να φανταζόταν ότι θα ήμουν πρόθυμος να περπατήσω μέχρι την Αλεξανδρούπολη αν με άφηναν να φύγω από το γραφείο!
Λίγες μέρες μετά, είχαμε βολή. Αυτή τη φορά, όμως, ο υπίλαρχος φέρθηκε πιο πονηρά.
Καθώς κατηφόριζα προς το διοικητήριο, ο υπίλαρχος μου την είχε στημένη.
- Πού πας στρατιώτη Αταίριαστε; Δεν ξέρεις ότι έχουμε βολή σήμερα;
- Μάλιστα είπα. Να ενημερώσω τον κύριο ίλαρχο και έρχομαι αμέσως.
Αυτός φυσικά κατάλαβε ότι αν πήγαινα στο γραφείο ο ίλαρχος δεν θα με άφηνε να πάω στη βολή και μου είπε χαμογελώντας:
- Πρώτα θα φορέσεις το κράνος, την εξάρτυση, θα πάρεις το όπλο σου και μετά θα πας να ενημερώσεις τον κύριο ίλαρχο.
Σε δέκα λεπτά έμπαινα στο διοικητήριο με κράνος, εξάρτυση, σακκίδιο στην πλάτη και το FN στον ώμο! Μόλις με είδε ο ίλαρχος χλόμιασε.
- Πώς έγινες έτσι ρε μαλάκα! Κηρύχθηκε πόλεμος;
- Έχουμε βολή και…
- Καλά, το έχασες τελείως; Σε δύο μέρες με περιμένει ο στρατηγός να διαβάσει την ομιλία κι εσύ τρέχεις στις ραχούλες να τουφεκάς.
- Μα ο κύριος υπίλαρχος…
- Τέλος πάντων, τράβα στη βολή κι αμέσως μετά γρήγορα εδώ.
Μετά τη βολή, πήγα να κλειδώσω το όπλο στον οπλοβαστό, αλλά ο λοχίας, δασκαλεμένος προφανώς από τον υπίλαρχο, βρισκόταν τυχαία εκεί παραδίπλα:
- Πού πας Αταίριαστε;
- Στο γραφείο, έχω δουλειά.
- Πας καλά ρε νέος; Δεν ξέρεις ότι μετά τη βολή καθαρίζουμε το όπλο μας; Τι σκατά βασική εκπαίδευση περάσατε; Πάει χάλασε και η Αυλώνα!
Κι έτσι στρώθηκα οκλαδόν στον προθάλαμο μαζί με τους συναδέλφους μου και επί μία ώρα περνούσα και ξαναπερνούσα το σχοινοκαθαριστήρα από την κάννη, βουτούσα και ξαναβουτούσα το πανάκι στο λάδι, γυάλιζα από δω, γυάλιζα από κει, μέχρι που στο τέλος χτύπησε το τηλέφωνο της ίλης. Το σήκωσε ο λοχίας. Στην άλλη γραμμή ήταν ο ίλαρχος, ο οποίος μόλις πληροφορήθηκε ότι είχαμε ήδη μία ώρα που γυρίσαμε από τη βολή, άστραψε, βρόντησε κι έδωσε εντολή να πάω τρέχοντας στο γραφείο.
- Στο ‘πα κύριε λοχία ότι έχω δουλειά, τόλμησα να διαμαρτυρηθώ, σκεπτόμενος την κατσάδα που με περίμενε.
Αυτός, όμως, με άφησε πρώτα να κλειδώσω το όπλο στον οπλοβαστό κι ενώ εγώ έτρεχα να προλάβω με φώναξε πάλι πίσω, να ξεκλειδώσω το όπλο και να του το δείξω για να το επιθεωρήσει αν το καθάρισα καλά.
- Μία ώρα το καθαρίζω! Απ’ το εργοστάσιο αποκλείεται να βγήκε πιο καθαρό, είπα εγώ αλλά αυτός ήταν ανένδοτος.
Στο γραφείο έφαγα φυσικά την αναμενόμενη κατσάδα από τον ίλαρχο.
- Μα, κύριε ίλαρχε, αφού είχα βολή.
- Μη μου λες μαλακίες εμένα. Η βολή τέλειωσε πριν από μία ώρα.
- Ναι, αλλά καθαρίζαμε τα όπλα…
- Δεν μπορούσες να το καθαρίσεις το απόγευμα;
- Ο λοχίας…
- Σταμάτα να απολογείσαι και πιάσε δουλειά.
- Μα η εργασία έχει σχεδόν τελειώσει…
- Σώπα και δούλευε. Ρεζίλι των σκυλιών θα με κάνεις μπροστά σε ολόκληρη τη φρουρά.
Λίγα λεπτά αργότερα, μπροστά στο αρχείο με το δακτυλογραφημένο έγγραφο, σκεπτόμουν να πατήσω ένα delete, να πω στον άσχετο από κομπιούτερ ίλαρχο ότι το “αρχείο χτύπησε” και να γελάσω με τη συμφόρηση που θα πάθαινε. Φυσικά, δεν το έκανα. Αντιθέτως την ολοκλήρωσα μέσα στην καθορισμένη προθεσμία και ένα μεσημέρι την έδωσα στον ίλαρχο. Την διάβασε σιωπηλός, ενώ εγώ δίπλα του περίμενα τη γνώμη του ανυπόμονα. Έτρεμα στη σκέψη ότι θα σήκωνε το κεφάλι και θα έλεγε “τι μαλακία είναι τούτη, ξαναγράψ’ την από την αρχή”.
Τελικά, τη διάβασε, σήκωσε το κεφάλι σκεπτικός…
- Χμμμ… είναι πολύ καλή, είπε.
Αλλά πριν προλάβω να χαρώ πρόσθεσε:
- Βέβαια τα “χώνεις” στο βασιλιά λίγο περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει.
- Ορίστε;
- Κι εκεί που βγάζεις λάδι το κομμουνιστικό κόμμα… δεν ξέρω… θα το δούμε. Μην επηρεάζεσαι από τα προσωπικά σου πιστεύω. Είσαι αριστερός, έτσι;
Εγώ έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Ήθελα να πω ότι ναι μεν είμαι αριστερός, αλλά αποκλείεται να φαίνεται κάτι τέτοιο από την ομιλία, η οποία ήταν αντικειμενικότατη και σε καμία περίπτωση…
- Μίλα ρε μαλάκα. Μη φοβάσαι. Εγώ δεν είμαι κανένας κολλημένος δεξιός.
- Μα όποιες κι αν είναι οι προσωπικές μου απόψεις και ιδέες, ειδικά στο σημείο αυτό, το έγραψα όπως το γράφει το σχολικό βιβλίο της τρίτης λυκείου.
- Κάτι μας είπες τώρα! Τα σχολικά βιβλία τα γράφουν οι κουκουέδες εσωτερικού!
- Μα το κομμουνιστικό κόμμα, μπορεί να ήταν αντίθετο στην εκστρατεία, αλλά οι δυνατότητές του εκείνη την εποχή να επηρεάσει αρνητικά την έκβασή της ήταν μηδαμινές.
- Έπαιξε, όμως, ένα ρόλο αντίθετο στα εθνικά συμφέροντα. Ίσως θα έπρεπε να το τονίσουμε λίγο αυτό.
Τελικά, είπε ότι δεν θα αλλάζαμε τίποτα κι ότι θα το συζητούσε με το στρατηγό. Αν ο στρατηγός δεν είχε πρόβλημα, γιατί να έχουμε εμείς;
Σε τρεις μέρες ήρθε κρατώντας την ομιλία παραμάσχαλα.
- Στο ‘πα ρε μαλάκα ότι δεν θα περνούσε!
- Τι εννοείτε;
- Αυτά για το βασιλιά. Δεν θα τα σβήσουμε. Ούτε θα τον αθωώσουμε. Απλώς θα κάνουμε λίγο πιο ήπια την κριτική. Κατά τα άλλα του άρεσε πολύ!
- Για το ΚΚΕ είπε κάτι;
- Όχι, ασ’ τα όπως είναι.
Έκανα τις αλλαγές, ξαναπήγε στον στρατηγό, πήρε την τελική έγκριση και ήμασταν έτοιμοι για την τελική πρόβα. Θα μου διάβαζε είπε το κείμενο όπως ακριβώς θα το εκφωνούσε για να κάνω τις παρατηρήσεις μου. Άραξα λοιπόν αναπαυτικά στην πολυθρόνα του γραφείου του κι αυτός πήρε την εργασία στα χέρια του, ξερόβηξε, πήρε επίσημο ύφος κι άρχισε. Με την πρώτη πρόταση που εκφώνησε κόντεψα να πάθω συγκοπή! Διάβαζε κομπιάζοντας, σαν μαθητής πρώτης δημοτικού που κάνει τα πρώτα του βήματα στην ανάγνωση! Αν δεν ήταν οκτώ βαθμούς ανώτερός μου, θα το άρπαζα από τα χέρια του και θα έλεγα “ή θα το διαβάσει κάποιος άλλος ή δεν σου το δίνω”. Αν το κείμενο δεν ήταν δακτυλογραφημένο, θα έλεγα ότι δεν βγάζει τα γράμματά μου. Τελικά το μυστήριο μου το έλυσε ο ίδιος:
- Μη νομίζεις ότι δεν ξέρω να διαβάζω, απλώς δεν έχω τα γυαλιά μου και δεν βλέπω καλά!
Μα τότε πώς μπορούσα να κρίνω; Εν πάση περιπτώσει από τότε δεν με ξαναενόχλησε. Τα σχεδιαγράμματα που θα προβάλονταν παράλληλα με την ομιλία του τα έκαναν κάτι κομπιουτεράδες στη Μεραρχία.
Μετά την ομιλία, εμφανίστηκε στο στρατόπεδο περιχαρής. Η ομιλία είπε είχε μεγάλη επιτυχία. Όλοι τον συνεχάρησαν ένθερμα, από το στρατηγό μέχρι τους δόκιμους και του είπαν ότι έμαθαν πολλά ακούγοντάς τον!
Την τελευταία μέρα πριν απολυθώ, κοιτάζοντας βαριεστημένα το σκληρό δίσκο του υπολογιστή, είδα την ξεχασμένη πια ομιλία για τα αίτια και τις συνέπειες της μικρασιατικής καταστροφής. Την έβαλα σε μία δισκέτα και την πήρα μαζί μου. Στο σπίτι μου, πολίτης πια, την πέταξα σε κάποιο συρτάρι. Λίγα χρόνια μετά την ξαναβρήκα τυχαία και με νοσταλγική διάθεση την έβαλα στον υπολογιστή για να την ξαναδιαβάσω. Άδικος κόπος. Η δισκέτα είχε “χτυπήσει”.